Σὺν τῷ Μωϋσῇ καὶ Ἀαρὼν τὴν ᾠδὴν τὴν ἐν τῇ ἐξόδῳ παραυτίκα καὶ παραχρῆμα μεταβαλλόμενοι ἐτάχυναν, ἐπελάθοντο τῶν ἔργων αὐτοῦ. Καὶ ἐπεθύμησαν ἐπιθυμίαν ἐν τῇ ἐρήμῳ, καὶ ἐπείρασαν τὸν Θεὸν ἐν ἀνύδρῳ. Καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς τὸ αἴτημα αὐτῶν, ἐξαπέστειλε πλησμονὴν εἰς τὰς ψυχὰς αὐτῶν. Καὶ παρώξυναν τὸν Μωϋσῆν ἐν τῇ παρεμβολῇ, τὸν Ἀαρὼν, τὸν ἅγιον Κυρίου. Ὅτε μὲν τὸν Θεὸν ἐπείρασαν ἐν ἀνύδρῳ, ἀπείραστος, ὢν ἀμνησίκακος, οὐκ ἀμειψάμενος αὐτοὺς ἔδωκεν αὐτοῖς τὸ αἴτημα αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ ὅτε παρεπίκραναν ἀναβαίνοντες ἐν τῇ Ἐρυθρᾷ θαλάσσῃ, καὶ τότε ἐγνώρισεν αὐτοῖς τὴν δυναστείαν αὐτοῦ· ὅτε δὲ παρώργισαν τὸν Μωϋσῆν καὶ τὸν Ἀαρὼν ἐν τῇ παρεμβολῇ, τὸ τηνικαῦτα ἠνοίχθη ἡ γῆ, καὶ κατέπιεν αὐτούς· οὐκ ἔδει γὰρ καταφρονηθῆναι τοὺς θεράποντας.
Μετάφραση
Μαζί με τον Μωυσή και τον Ααρών, μεταβάλλοντας αμέσως και παρευθύς στάση μετά την ωδή της Εξόδου, βιάστηκαν και λησμόνησαν τα έργα Του. Και κυριεύθηκαν από σφοδρή επιθυμία στην έρημο, και προκάλεσαν τον Θεό σε τόπο άνυδρο. Και τους έδωσε αυτό που ζήτησαν, και έστειλε χορτασμό στις ψυχές τους. Και εξόργισαν τον Μωυσή στο στρατόπεδο, και τον Ααρών, τον άγιο του Κυρίου. Όταν μεν προκάλεσαν τον Θεό στον άνυδρο τόπο, Εκείνος, όντας απείραστος από το κακό και αμνησίκακος, χωρίς να τους τιμωρήσει, τους έδωσε αυτό που ζήτησαν. Αλλά και όταν τον πίκραναν ανεβαίνοντας στην Ερυθρά Θάλασσα, και τότε τους έκανε γνωστή τη δύναμή Του· όταν όμως παρόργισαν τον Μωυσή και τον Ααρών στο στρατόπεδο, τότε ακριβώς άνοιξε η γη και τους κατάπιε· διότι δεν έπρεπε να καταφρονηθούν οι υπηρέτες Του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες