Παύσασθε γὰρ, φησὶ, βρενθυνόμενοι καὶ εἰκῇ τυφούμενοι, ὦ οὗτοι, γνόντες, ὅτι οὐ μᾶλλον ὑμῖν ἐπιβλέπει ὁ Θεὸς ἢ τοῖς λοιποῖς ἔθνεσιν. Οἱ γοῦν τῆς ἐπισκοπικῆς αὐτοῦ δυνάμεως ὀφθαλμοὶ, πάντων ἀνθρώπων πρόνοιαν ποιούμενοι, ἐπὶ τὰ ἔθνη ἐπιβλέπουσι. Τί οὖν ὑμεῖς, ὥσπερ τι ἐξαίρετον κεκτημένοι, ὑψοῦσθε ἐν ἑαυτοῖς, καὶ ταῦτα ἄνδρες ὄντες ἀεὶ παραπικραίνοντες; Ὅτι δὲ αὐτοὺς αἰνίττεται ὁ λόγος, σαφῶς παρίστησι τὸ Πνεῦμα διὰ Ἰεζεκιὴλ λέγον· «Υἱὲ ἀνθρώπου, ἐξαποστελῶ σε ἐγὼ πρὸς τὸν οἶκον Ἰσραὴλ, τοὺς παραπικραίνοντας, οἵτινες παρεπίκρανάν με αὐτοὶ καὶ οἱ πατέρες αὐτῶν ἕως τῆς σήμερον ἡμέρας·» καὶ ἑξῆς· «Ἐὰν ἄρα ἀκούσωσιν, ἢ πτοηθῶσιν, διότι οἶκος παραπικραινόντων ἐστί·» καὶ πάλιν· «Καὶ λαλήσω τοὺς λόγους μου πρὸς αὐτοὺς, ἐὰν ἄρα ἀκούσωσιν, ἢ πτοηθῶσιν, ὅτι οἶκος παραπικραινόντων ἐστί.» Καὶ ἐν ρεʹ δὲ ψαλμῷ λέλεκται· «Ὅτι παρεπίκραναν τὸ πνεῦμα αὐτοῦ·» καὶ πάλιν· «Πλεονάκις ἐῤῥύσατο αὐτούς· αὐτοὶ δὲ παρεπίκραναν αὐτὸν ἐν τῇ βουλῇ αὐτῶν.» Ναὶ μὴν καὶ Μωϋσῆς τὴν πικρίαν αὐτῶν παρίστησι λέγων· «Ἐκ γὰρ ἀμπέλου Σοδόμων ἡ ἄμπελος αὐτῶν, καὶ ἡ κληματὶς αὐτῶν ἐκ Γομόῤῥας· ἡ σταφυλὴ αὐτῶν σταφυλὴ χολῆς, βότρυς πικρίας αὐτῶν.» Καὶ ἐν τῷ Ἱερεμίᾳ δὲ εἴρηται πρὸς τοὺς αὐτούς· «Πῶς ἐστράφη εἰς πικρίαν ἡ ἄμπελος ἡ ἀλλοτρία;» Εἰκότως τοίνυν καὶ ἐνταῦθα παραπικραίνοντες ὠνομάσθησαν.
Μετάφραση
Σταματήστε, λέει, να κομπάζετε και να υπερηφανεύεστε μάταια, εσείς, γνωρίζοντας ότι ο Θεός δεν επιβλέπει εσάς περισσότερο από τα υπόλοιπα έθνη. Εξάλλου, οι οφθαλμοί της εποπτικής του δύναμης, προνοώντας για όλους τους ανθρώπους, επιβλέπουν τα έθνη. Γιατί, λοιπόν, εσείς, σαν να κατέχετε κάτι το εξαιρετικό, υπερηφανεύεστε, και μάλιστα όντες άνθρωποι που διαρκώς παροργίζουν τον Θεό; Ότι δε ο λόγος υπαινίσσεται αυτούς, το φανερώνει σαφώς το Πνεύμα λέγοντας μέσω του Ιεζεκιήλ: «Υιέ ανθρώπου, εγώ σε αποστέλλω προς τον οίκο Ισραήλ, σε αυτούς που με παροργίζουν, οι οποίοι με παρόργισαν, και αυτοί και οι πατέρες τους, μέχρι τη σημερινή ημέρα»· και στη συνέχεια: «Εάν άραγε ακούσουν ή πτοηθούν, διότι είναι οίκος που παροργίζει»· και πάλι: «Και θα λαλήσω τους λόγους μου προς αυτούς, εάν άραγε ακούσουν ή πτοηθούν, διότι είναι οίκος που παροργίζει». Και στον 105ο (ρε΄) ψαλμό έχει λεχθεί: «Διότι παρόργισαν το πνεύμα του»· και πάλι: «Πολλές φορές τους γλίτωσε· αυτοί όμως τον παρόργισαν με τις βουλές τους». Αλλά και ο Μωυσής παρουσιάζει την πικρία τους λέγοντας: «Διότι η άμπελός τους προέρχεται από την άμπελο των Σοδόμων, και η κληματαριά τους από τα Γόμορρα· το σταφύλι τους είναι σταφύλι χολής, τα τσαμπιά τους είναι τσαμπιά πικρίας». Και στον Ιερεμία, επίσης, έχει ειπωθεί προς αυτούς: «Πώς μεταστράφηκε σε πικρία η άμπελος η αλλότρια;» Εύλογα, λοιπόν, και εδώ ονομάστηκαν άνθρωποι που παροργίζουν τον Θεό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες