Καὶ ψυχὴν πεινῶσαν ἐνέπλησεν ἀγαθῶν. Τοῦ νοητοῦ ἄρτου δηλονότι. Καθημένους ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου. Σκιὰν θανάτου οὐκ ἂν ἁμάρτοις λέγων τὴν εἰδωλολατρείαν καὶ τὰς ἐν ἀθεότητι πράξεις· αὗται γάρ εἰσιν αἱ χωρίζουσαι ἡμᾶς τῆς ἀληθινῆς ζωῆς. Ἐν ταύταις δὲ ἦμεν πρότερον, διὰ τὸ παραπικραίνειν τὸν Θεὸν, καὶ τὴν βουλὴν τοῦ Ὑψίστου παροξύνειν. Δέον γὰρ ἐκ μεγέθους καὶ καλλονῆς κτισμάτων τὸν γενεσιουργὸν τῶν ὅλων θεωρεῖν, καὶ τὴν ἀΐδιον αὐτοῦ δύναμιν καὶ θειότητα ἀπὸ κτίσεως κόσμου νοεῖν· ἡμεῖς οἷα τυφλοὶ, ἐν σκότῳ καὶ σκιᾷ θανάτου διάγοντες, καὶ τὰς λογικὰς τῆς ψυχῆς δυνάμεις πεπεδημένοι καὶ πεπηρωμένοι, ἐνηλλάττομεν τὴν δόξαν τοῦ ἀφθάρτου Θεοῦ ἐν ὁμοιώματι εἰκόνος φθαρτοῦ ἀνθρώπου, καὶ πετεινῶν καὶ τετραπόδων. Πεπεδημένους ἐν πτωχείᾳ καὶ σιδήρῳ. Ταῖς σειραῖς τῶν ἰδίων ἁμαρτιῶν ἕκαστος σφίγγεται, παντὸς πτωχεύων ἀγαθοῦ καὶ καλοῦ.
Μετάφραση
Και την πεινασμένη ψυχή την ενέπλησε με αγαθά. Με τον νοητό άρτο δηλαδή. Εκείνους που κάθονταν στο σκοτάδι και στη σκιά του θανάτου. Σκιά θανάτου δεν θα έσφαλλες αν ονόμαζες την ειδωλολατρία και τις πράξεις της αθεΐας· διότι αυτές είναι που μας χωρίζουν από την αληθινή ζωή. Μέσα σε αυτές βρισκόμασταν πρωτύτερα, επειδή πικραίναμε τον Θεό και εξοργίζαμε τη βουλή του Υψίστου. Διότι, ενώ έπρεπε από το μέγεθος και την ωραιότητα των κτισμάτων να ατενίζουμε τον δημιουργό των πάντων, και να κατανοούμε την αιώνια δύναμη και τη θεότητά του από την κτίση του κόσμου, εμείς, σαν τυφλοί, ζώντας στο σκοτάδι και στη σκιά του θανάτου, και έχοντας δεσμευμένες και τυφλωμένες τις λογικές δυνάμεις της ψυχής, ανταλλάσσαμε τη δόξα του άφθαρτου Θεού με ομοίωμα εικόνας φθαρτού ανθρώπου, καθώς και πτηνών και τετράποδων. Δεσμευμένους μέσα στη φτώχεια και στα σίδερα. Με τα δεσμά των δικών του αμαρτιών ο καθένας σφίγγεται, στερούμενος κάθε αγαθό και καλό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες