Οὗτος δὲ ἦν ὁ βασιλεύων λαὸς, ὃς εὐφραίνεται τὴν νοητὴν εὐφροσύνην, ἣν αὐτὸς αὐτῷ κεχάρισται ὁ Θεός. Ἐγὼ, φησὶν, ὁ παρὰ σοῦ τὴν βασιλείαν λαβὼν, τῇ σῇ ἐπικουρίᾳ, οὐ τῷ θανάτῳ ἐκείνων, ἐφήδομαι. Ἐπαινεθήσεται πᾶς ὁ ὀμνύων ἐν αὐτῷ. Οὕτως, φησὶ, καὶ καύχημα αὐτῶν ἔσται Χριστὸς, τῶν βασιλευσάντων δηλονότι· ὡς καὶ ὅρκιον αὐτὸν ποιουμένους ἐπαινεῖσθαι δικαίως. Ὀμοῦνται γὰρ Θεὸν ἀληθινὸν, κατὰ τὸ γεγραμμένον· Ὅτι ἐνεφράγη στόμα λαλούντων ἄδικα. Καὶ τίνες οὗτοι ἢ οἱ τολμήσαντες εἰπεῖν, Αἶρε ἐκ τῆς γῆς τὸν τοιοῦτον· οὐ γὰρ καθῆκεν αὐτὸν ζῇν; Τούτων δὴ οὖν ἐνεφράγη τὸ στόμα, πατήσαντος τοῦ Κυρίου τὸν θάνατον, καὶ τριημέρου ἀναστάντος. Καὶ αὐτῶν δὲ τῶν ἀντικειμένων δυνάμεων ἐνεφράγη τὸ στόμα, ἀνῃρημένης τῆς ἁμαρτίας διὰ τῆς χάριτος, κατὰ τὸ εἰρημένον ἀλλαχοῦ· Καὶ πᾶσα ἀνομία ἐμφράξει τὸ στόμα αὐτῆς. Θεὸς γὰρ ὁ δικαιῶν, καὶ τίς ὁ κατακρίνων;
Μετάφραση
Αυτός δε ήταν ο βασιλεύων λαός, ο οποίος ευφραίνεται τη νοητή ευφροσύνη, την οποία του έχει χαρίσει ο ίδιος ο Θεός. Εγώ, λέγει, που έλαβα από εσένα τη βασιλεία, χαίρομαι με τη δική σου βοήθεια, όχι με τον θάνατο εκείνων. Θα επαινεθεί καθένας που ορκίζεται σε Αυτόν. Έτσι, λέγει, καύχημά τους θα είναι ο Χριστός, αυτών δηλαδή που βασίλευσαν· ώστε δικαίως να επαινούνται θέτοντάς Τον ως όρκο τους. Διότι θα ορκιστούν στον αληθινό Θεό, σύμφωνα με το γεγραμμένο: «Ότι φράχτηκε το στόμα εκείνων που μιλούν άδικα». Και ποιοι είναι αυτοί παρά εκείνοι που τόλμησαν να πουν: «Εξαφάνισε από τη γη έναν τέτοιον· διότι δεν του πρέπει να ζει»; Αυτών λοιπόν φράχτηκε το στόμα, όταν ο Κύριος καταπάτησε τον θάνατο και αναστήθηκε τριήμερος. Και το στόμα των ίδιων των αντικείμενων δυνάμεων φράχτηκε, εφόσον αναιρέθηκε η αμαρτία διά της χάριτος, σύμφωνα με αυτό που έχει ειπωθεί αλλού: «Και κάθε ανομία θα φράξει το στόμα της». Διότι ο Θεός είναι αυτός που δικαιώνει, και ποιος είναι αυτός που θα κατακρίνει;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες