Ὁδὸν πόλεως κατοικητηρίου οὐχ εὗρον. Οὐ γὰρ ἦν αὐτοῖς πολιτεία χρηστὴ, ἀλλ᾽ ἦσαν ἐν πλάνῃ πολλῇ. Πεινῶντες καὶ διψῶντες, ἡ ψυχὴ αὐτῶν ἐν αὐτοῖς ἐξέλειπεν. Οὐδὲ γὰρ εἶχον ἄρτον τὸν στηρίζοντα καρδίαν ἀνθρώπου· οὐδὲ τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν, περὶ οὗ λέλεκται· Ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα.
Μετάφραση
Οδό προς πόλη για να κατοικήσουν δεν βρήκαν. Διότι δεν είχαν χρηστή πολιτεία, αλλά βρίσκονταν σε μεγάλη πλάνη. Πεινώντας και διψώντας, η ψυχή τους μέσα τους εξέλιπε. Διότι δεν είχαν ούτε τον άρτο που στηρίζει την καρδιά του ανθρώπου· ούτε το ζων ύδωρ, για το οποίο έχει ειπωθεί: Όποιος πιει από το ύδωρ που εγώ θα του δώσω, δεν θα διψάσει στον αιώνα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες