Κἀγὼ ἐγενήθην ὄνειδος αὐτοῖς· εἴδοσάν με, καὶ ἐσάλευσαν κεφαλὰς αὐτῶν. Βοήθησόν μοι, Κύριε ὁ Θεός μου, καὶ σῶσόν με κατὰ τὸ ἔλεός σου. Καὶ γνώτωσαν, ὅτι ἡ χείρ σου αὕτη, καὶ σὺ, Κύριε, ἐποίησας αὐτήν. Ἐν τῇ ἐκ νεκρῶν ἀναστάσει γνωστὴ γέγονεν ἡ χεὶρ τοῦ Θεοῦ, τουτέστιν ὁ μονογενὴς αὐτοῦ Λόγος, καὶ ὁ τέως τοὺς πολλοὺς λανθάνων, ἐφανερώθη, ὡς αὐτὸς ἑκὼν ὑπέμεινε σταυρὸν, αἰσχύνης καταφρονήσας, καὶ αὐτὸς τὸ ἑαυτοῦ ἀνέστησε σῶμα, δεξιὰ καὶ δύναμις ὢν τοῦ Πατρός.
Μετάφραση
Και εγώ έγινα όνειδος σε αυτούς· με είδαν και κούνησαν τα κεφάλια τους. Βοήθησέ με, Κύριε ο Θεός μου, και σώσε με σύμφωνα με το έλεός σου. Και ας γνωρίσουν ότι αυτή είναι η χείρα σου, και εσύ, Κύριε, την έκανες. Κατά την εκ νεκρών ανάσταση έγινε γνωστή η χείρα του Θεού, δηλαδή ο μονογενής του Λόγος, και εκείνος που μέχρι τότε παρέμενε άγνωστος στους πολλούς, φανερώθηκε, καθώς ο ίδιος εκουσίως υπέμεινε τον σταυρό, καταφρονώντας την αισχύνη, και ο ίδιος ανέστησε το δικό του σώμα, όντας η δεξιά και η δύναμη του Πατρός.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες