In Psalmum XI Homilia I Εἰς τὸν 〈ια〉 ψαλμόν. 〈Σῶσόν με, κύριε, ὅτι ἐκλέλοιπεν ὅσιος, ὅτι ὠλιγώθησαν αἱ ἀλήθειαι ἀπὸ τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων. Μάταια ἐλάλησεν ἕκαστος πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ.〉 Σώζειν ποιμένες καὶ βουκόλοι ἐπαγγέλλονται τὰς ἀγέλας αὐτῶν ἐν ταῖς νομαῖς. Σώζειν δὲ καὶ κυβερνῆται καὶ ναῦται τὰ σκάφη τῇ τέχνῃ ἐπιτηδεύουσι. Στρατηγοὶ δὲ καὶ ἀρχιστράτηγοι σώζειν τὰ στρατόπεδα ἐν πολέμῳ σπεύδουσιν. Ἀλλὰ καὶ ἀμπελοφύλακες σώζειν συντίθενται τοὺς τῆς ἀμπέλου καρπούς. Σώζει δὲ καὶ αὐτοὺς καὶ τὰ ὑπ᾽ αὐτῶν σωζόμενα ὁ μόνος τοῦ κόσμου σωτήρ, ὁ λέγων· 〈Οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ᾽ ἵνα σώσω τὸν κόσμον·〉 πρὸς ὃν ἄρτι ὁ προφήτης μετὰ τῆς ἐκκλησίας ἐβόα· 〈Σῶσόν με, κύριε, ὅτι ἐκλέλοιπεν ὅσιος.〉 Ἐὰν νόσῳ ἢ ἀρρωστίᾳ κρατηθῶ, σῶσόν με. Σὺ γὰρ καὶ τὸν Ἐζεκίαν ψυχορραγοῦντα ἔσωσας καὶ νόσῳ παλαίοντα νικητὴν τῆς νόσου ἐποίησας καὶ ὑπὸ θανάτου ἑλκόμενον εἰς ζωὴν ἀνθείλκυσας καὶ δεκαπέντε ἐνιαυτῶν προθεσμίαν ἐν τῇ ζωῇ ἔδωκας.
Μετάφραση
Ομιλία Α΄ στον ια΄ ψαλμό. «Σώσε με, Κύριε, διότι εξέλιπε ο όσιος, διότι λιγόστεψαν οι αλήθειες από τους υιούς των ανθρώπων. Μάταια μίλησε ο καθένας προς τον πλησίον του». Να σώζουν υπόσχονται οι ποιμένες και οι γελαδάρηδες τα κοπάδια τους στα βοσκοτόπια. Να σώζουν επιδιώκουν με την τέχνη τους και οι κυβερνήτες και οι ναύτες τα σκάφη. Οι στρατηγοί και οι αρχιστράτηγοι σπεύδουν να σώζουν τα στρατόπεδα στον πόλεμο. Αλλά και οι αμπελοφύλακες συμφωνούν να σώζουν τους καρπούς της αμπέλου. Σώζει όμως και αυτούς και τα όσα σώζονται από αυτούς ο μόνος σωτήρας του κόσμου, αυτός που λέει: «Διότι δεν ήλθα για να κρίνω τον κόσμο, αλλά για να σώσω τον κόσμο»· προς τον οποίο μόλις τώρα ο προφήτης μαζί με την εκκλησία φώναζε: «Σώσε με, Κύριε, διότι εξέλιπε ο όσιος». Εάν κυριευθώ από νόσο ή αρρώστια, σώσε με. Διότι εσύ και τον Εζεκία που ψυχορραγούσε έσωσας, και ενώ πάλευε με την αρρώστια τον έκανες νικητή της αρρώστιας, και ενώ τον τραβούσε ο θάνατος, εσύ τον τράβηξες πίσω στη ζωή και του έδωσες προθεσμία δεκαπέντε ετών στη ζωή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες