Μὴ ἡμῖν, Κύριε, μὴ ἡμῖν, ἀλλ᾽ ἢ τῷ ὀνόματί σου δὸς δόξαν. Ἔοικεν αἰνίττεσθαι τοῦ ἐκ περιτομῆς λαοῦ τὴν ἀπόπτωσιν· εὐχήν τε τούτοις παραδιδόναι πρὸς ἐξομολόγησιν, ὡς μηκέτι τὴν ἐπισκοποῦσαν θείαν ἔχουσι δύναμιν. Διδάσκει δὴ λέγειν ὡς ἡμεῖς μὲν ἀνάξιοι τῆς χάριτος ἧς ἅπαν ἔθνος ἠξίωται. Πλὴν διὰ τὸ σὸν ὄνομα ποίησον τὸ ἐξ ἀρχῆς ἐπικληθὲν ἐφ᾽ ἡμᾶς. Ἀλλ᾽ οὐ δικαιοσύνης διδοὺς ἀμοιβὰς, Θεὸς ὢν ἀληθινὸς, ἀλλ᾽ οὐχ οἷα τὰ εἴδωλα· διόπερ ἐπήγαγεν· Τὰ εἴδωλα τῶν, ἐθνῶν ἀργύριον καὶ χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων. Τινῶν τῶν ἀντιγράφων ἀρχὴν ἔχει ταῦτα ἑτέρου ψαλμοῦ, ὡς εἶναι τοῦτον ἑκατοστὸν τεσσαρεσκαιδέκατον. Ἡμεῖς δὲ, τῷ Ἑβραϊκῷ παρεπόμενοι μέρει, εἶναι ταῦτα τιθέμεθα τοῦ ἑκατοστοῦ τρισκαιδεκάτου. Παιδεύονται γὰρ οἱ παῖδες οἷς ἔλεγεν· Αἰνεῖτε, παῖδες, Κύριον· τουτέστιν ὁ νέος λαός. Ποῖον Κύριον προσῆκόν ἐστιν αἰνεῖν; Αὐτὸν δὴ τὸν ἐπὶ τῶν ἐξ Αἰγύπτου τοσαῦτα τερατουργήσαντα, μετὰ τοῦ μαθεῖν ὁποῖοί τινες ἦσαν οἱ πάλαι τούτων θεοί. Τὰ γὰρ εἴδωλα οὐ μόνον οὐδὲν εἶχον ὅμοιον τῷ παραδοξοποιοῦντι Θεῷ, ἀλλ᾽ οὐδὲ τοῖς τῶν ἐμψύχων ἐσχάτοις, οἷς αἰσθήσεως μετέχει. Κἀκεῖνα μὲν ἔργα Θεοῦ, ταῦτα δὲ τέχνης ἀνθρώπων. Διδάσκονται δὲ λέγειν· Ὅμοιοι αὐτοῖς γένοιντο. Οὐκ ἀνθρώποις ἐπαρώμενοι.
Μετάφραση
«Όχι σε εμάς, Κύριε, όχι σε εμάς, αλλά στο όνομά σου δώσε δόξα.» Φαίνεται να αινίσσεται την έκπτωση του λαού της περιτομής· και να τους παραδίδει προσευχή για εξομολόγηση, καθώς δεν έχουν πλέον τη θεία δύναμη που τους επισκοπεί. Τους διδάσκει λοιπόν να λένε ότι εμείς μεν είμαστε ανάξιοι της χάριτος, της οποίας έχει αξιωθεί κάθε έθνος. Πλην όμως, για χάρη του ονόματός σου, πράξε σε εμάς αυτό που εξ αρχής έχει επικληθεί. Διότι δεν δίνει αμοιβές βάσει δικαιοσύνης, επειδή είναι Θεός αληθινός, και όχι σαν τα είδωλα· γι' αυτό πρόσθεσε: «Τα είδωλα των εθνών είναι άργυρος και χρυσός, έργα ανθρώπινων χεριών». Σε ορισμένα από τα αντίγραφα αυτά αποτελούν την αρχή άλλου ψαλμού, έτσι ώστε αυτός να είναι ο εκατοστός δέκατος τέταρτος. Εμείς όμως, ακολουθώντας το εβραϊκό κείμενο, θεωρούμε ότι αυτά ανήκουν στον εκατοστό δέκατο τρίτο. Διότι διαπαιδαγωγούνται οι παίδες στους οποίους έλεγε: «Αινείτε, παίδες, Κύριον»· δηλαδή ο νέος λαός. Ποιον Κύριο αρμόζει να αινούν; Εκείνον ακριβώς που επιτέλεσε τόσα θαυμαστά έργα για αυτούς που βγήκαν από την Αίγυπτο, αφού προηγουμένως μάθουν τι λογής ήταν οι παλαιοί θεοί αυτών. Διότι τα είδωλα όχι μόνο δεν είχαν τίποτε κοινό με τον Θεό που θαυματουργεί, αλλά ούτε καν με τα κατώτερα των έμψυχων όντων, τα οποία έχουν μερίδιο στην αίσθηση. Και εκείνα μεν είναι έργα του Θεού, ενώ αυτά είναι κατασκευάσματα της ανθρώπινης τέχνης. Διδάσκονται δε να λένε: «Όμοιοί τους να γίνουν»· όχι καταρώμενοι τους ανθρώπους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες