Καὶ τοῦτο διδάξει λέγων ὁ μακάριος Δαβίδ· «Κύριος ἐμνήσθη ἡμῶν, καὶ ηὐλόγησεν ἡμᾶς.»
Μετάφραση
Και αυτό θα το διδάξει λέγοντας ο μακάριος Δαβίδ: «Ο Κύριος μας θυμήθηκε και μας ευλόγησε.»
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
Πατερικὲς ἀναφορὲς ἀνὰ βιβλικὸ ἐδάφιο
8 πατερικά χωρίαΌλες οι κατηγορίες γνησιότητας
Κύριος μνησθεὶς ἡμῶν εὐλόγησεν ἡμᾶς, εὐλόγησε τὸν οἶκον ᾿Ισραήλ, εὐλόγησε τὸν οἶκον ᾿Ααρών,Ανάγνωση ολόκληρου κεφαλαίου
1–8 από 8
Καὶ τοῦτο διδάξει λέγων ὁ μακάριος Δαβίδ· «Κύριος ἐμνήσθη ἡμῶν, καὶ ηὐλόγησεν ἡμᾶς.»
Και αυτό θα το διδάξει λέγοντας ο μακάριος Δαβίδ: «Ο Κύριος μας θυμήθηκε και μας ευλόγησε.»
Λεπτομέρειες
Ἀλλ᾽ ἵνα μή ποτε τοῦτον εἴπωσι τὸν λόγον, χάρισαι ἡμῖν καὶ δώρησαι ἔλεός σου. Κἂν γὰρ μὴ ἡμᾶς μηκέτι ἡ σὴ ἐπισκοπὴ διακυβερνᾷ, ἀλλὰ πεπείσμεθά σε εἶναι ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ ταῦτα ποιεῖν ἅπερ ἠβουλήθης. Μὴ ἡμῖν, Κύριε, μὴ ἡμῖν, ἀλλ᾽ ἢ τῷ ὀνόματί σου δὸς δόξαν· ἐπὶ τῷ ἐλέει σου καὶ τῇ ἀληθείᾳ σου, μή ποτε εἴπωσι τὰ ἔθνη· Ποῦ ἐστιν ὁ Θεὸς αὐτῶν; Ὁ δὲ Θεὸς ἡμῶν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐν τῇ γῇ, πάντα ὅσα ἠθέλησεν ἐποίησεν. Τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν ἀργύριον καὶ χρυσίον, ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων· στόμα ἔχουσι καὶ οὐ λαλήσουσιν, ὀφθαλμοὺς ἔχουσι καὶ οὐκ ὄψονται· ὦτα ἔχουσι, καὶ οὐκ ἀκούσονται, ῥῖνας ἔχουσι καὶ οὐκ ὀσφρανθήσονται· χεῖρας ἔχουσι καὶ οὐ ψηλαφήσουσι, πόδας ἔχουσι καὶ οὐ περιπατήσουσιν, οὐ φωνήσουσιν ἐν τῷ λάρυγγι αὐτῶν. Ὅμοιοι αὐτοῖς γένοιντο οἱ ποιοῦντες αὐτὰ, καὶ πάντες οἱ πεποιθότες ἐπ᾽ αὐτοῖς. Οἶκος Ἰσραὴλ ἤλπισεν ἐπὶ Κύριον, βοηθὸς καὶ ὑπερασπιστὴς αὐτῶν ἐστιν. Οἶκος Ἀαρὼν ἤλπισεν ἐπὶ Κύριον, βοηθὸς καὶ ὑπερασπιστὴς αὐτῶν ἐστιν. Οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον ἤλπισαν ἐπὶ Κύριον, βοηθὸς καὶ ὑπερασπιστὴς αὐτῶν ἐστιν. Κύριος μνησθεὶς ἡμῶν εὐλόγησεν ἡμᾶς. Εὐλόγησε τὸν οἶκον Ἰσραὴλ, εὐλόγησε τὸν οἶκον Ἀαρών· εὐλόγησε τοὺς φοβουμένους τὸν Κύριον, τοὺς μικροὺς μετὰ τῶν μεγάλων. Προσθείη Κύριος ἐφ᾽ ὑμᾶς, ἐφ᾽ ὑμᾶς καὶ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς ὑμῶν.
Αλλά, για να μην πουν ποτέ αυτόν τον λόγο, χάρισέ μας και δώρησέ μας το έλεός σου. Διότι, έστω κι αν δεν μας κυβερνά πλέον η δική σου επιστασία, έχουμε πειστεί ότι βρίσκεσαι στον ουρανό και πράττεις όσα θέλησες. Όχι σε εμάς, Κύριε, όχι σε εμάς, αλλά στο όνομά σου δώσε δόξα, για το έλεός σου και την αλήθειά σου, μήπως και πουν ποτέ τα έθνη: «Πού είναι ο Θεός τους;». Ο δε Θεός μας είναι στον ουρανό και στη γη, και έκανε όλα όσα θέλησε. Τα είδωλα των εθνών είναι άργυρος και χρυσός, έργα ανθρώπινων χεριών· έχουν στόμα και δεν θα μιλήσουν, έχουν μάτια και δεν θα δουν· έχουν αυτιά και δεν θα ακούσουν, έχουν μύτες και δεν θα μυρίσουν· έχουν χέρια και δεν θα ψηλαφήσουν, έχουν πόδια και δεν θα περπατήσουν, δεν θα βγάλουν φωνή από τον λάρυγγά τους. Όμοιοι με αυτά ας γίνουν όσοι τα κατασκευάζουν, και όλοι όσοι στηρίζουν την πεποίθησή τους σε αυτά. Ο οίκος του Ισραήλ ήλπισε στον Κύριο, είναι βοηθός και υπερασπιστής τους. Ο οίκος του Ααρών ήλπισε στον Κύριο, είναι βοηθός και υπερασπιστής τους. Όσοι φοβούνται τον Κύριο ήλπισαν στον Κύριο, είναι βοηθός και υπερασπιστής τους. Ο Κύριος, επειδή μας θυμήθηκε, μας ευλόγησε. Ευλόγησε τον οίκο του Ισραήλ, ευλόγησε τον οίκο του Ααρών· ευλόγησε όσους φοβούνται τον Κύριο, τους μικρούς μαζί με τους μεγάλους. Είθε ο Κύριος να σας πληθύνει, εσάς και τους υιούς σας.
Λεπτομέρειες
ΨΑΛΜΟΣ ΡΚΖʹ. Ἀκολούθως τῇ πρὸ ταύτης ᾠδῇ ἡ κλησις τῶν ἐθνῶν διὰ ταύτης κηρύσσεται· οἱ γοῦν φοβούμενοι τὸν Κύριον, ἕτεροι λέγονται εἶναι παρὰ τὸν Ἰσραὴλ, καὶ παρὰ τὸ κρεῖττον ἐν τῷ Ἰσραὴλ τάγμα, λέγω δὲ τὸ ἱερατικόν· δηλοῖ δὲ τοῦτο ὁ φάσκων λόγος· Οἶκος Ἰσραὴλ ἤλπισεν ἐπὶ Κύριον· καὶ μετὰ ταῦτα· Οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον ἤλπισαν ἐπὶ Κύριον· καὶ πάλιν· Κύριος μνησθεὶς ἡμῶν εὐλόγησεν ἡμᾶς· εὐλόγησε τὸν οἶκον Ἰσραήλ· εὐλόγησε τὸν οἶκον Ἀαρών· καὶ μετὰ ταῦτα· Εὐλόγησε τοὺς φοβουμένους τὸν Κύριον.
ΨΑΛΜΟΣ ΡΚΖ΄. Σε συνέχεια της προηγούμενης ωδής, μέσω αυτής κηρύσσεται η κλήση των εθνών· εκείνοι λοιπόν που φοβούνται τον Κύριο, λέγεται ότι είναι διαφορετικοί από τον Ισραήλ και από την ανώτερη τάξη μέσα στον Ισραήλ, εννοώ την ιερατική· αυτό δε το φανερώνει ο λόγος που λέει: «Ο οίκος Ισραήλ ήλπισε στον Κύριο»· και μετά από αυτά: «Εκείνοι που φοβούνται τον Κύριο ήλπισαν στον Κύριο»· και πάλι: «Ο Κύριος, αφού μας θυμήθηκε, μας ευλόγησε· ευλόγησε τον οίκο Ισραήλ· ευλόγησε τον οίκο Ααρών»· και έπειτα από αυτά: «Ευλόγησε εκείνους που φοβούνται τον Κύριο».
Λεπτομέρειες
πόδας Πῶς γὰρ ὁ ἀκίνητος εὔθετος πρὸς (εἰς) μετάβασιν; οὐ φωνήσουσιν Οὔτε γὰρ πνεύματος οὔτε φωνῆς μετέχουσιν οὔτε ἄλλης αἰσθήσεως. ὅμοιοι Καὶ γὰρ [καὶ] ψυχὴν καὶ νοῦν ἔχοντες οὐδὲν ἧττον τῶν ἀψύχων τυγχάνουσιν οἱ ἐργαζόμενοι αὐτά. οἱ γὰρ αἰσθητικοὶ ἄνθρωποι τοῖς ἀναισθήτοις καὶ ἀψύχοις προσκυνοῦσι, καὶ πῶς οὐχ ὅμοιοι αὐτοῖς (αὐτῶν) τυγχάνουσι; οἶκος Ὁ λαὸς ὁ πιστός· Ἰσραὴλ γὰρ ὁρῶν κύριον ἑρμηνεύεται· οὗτος γὰρ πρὸς ἀλήθειαν ἐλπίζει ἐπὶ κύριον. βοηθός Πρὸς ἀλήθειαν τῶν ἁγίων πάντων βοηθὸς ὁ θεὸς τῶν πιστῶν (ὁ Χριστός). οἶκος Ἀαρών Αἰνίττεται τοὺς ἱερεῖς· αὐτοὶ γὰρ πρὸς ἀλήθειαν ἐλπίζουσιν ἐπὶ κύριον. βοηθός Καὶ μάλιστα (τίς μάλιστα) τῶν ἐν ἀληθείᾳ ἱερατευόντων. οἱ φοβούμενοι Πάντες οἱ ἅγιοι· ἀνελλιπῶς γὰρ οὗτοι καὶ ἐν ἀληθείᾳ ἐλπίζουσιν ἐπὶ κύριον. βοηθός Πρὸς ἀλήθειαν τῶν ἁγίων πάντων βοηθὸς ὁ θεός. κύριος Τοῦ ἀνθρώπου ἐμνήσθη ὁ θεός, ὅτι πλάσμα χειρῶν αὐτοῦ ἐστι καὶ εὐλόγησεν αὐτόν. εὐλόγησεν Τὴν ἐκκλησίαν λέγει ἡ προφητεία. — Τοὺς ἱερεῖς [τοὺς καθαροὺς ἱερεῖς εὐλόγησε τὸ ἅγιον πνεῦμα, ἐπειδή εἰσιν οἶκος θεοῦ δι’ ἔργων ἀγαθῶν]. εὐλόγησεν Τοὺς πιστοὺς καὶ πάντας τοὺς ἁγίους (τοὺς φοβουμένους τὸν κύριον). τοὺς μικρούς Καὶ τοὺς πένητας καὶ τοὺς πλουσίους, ὅσοι φοβοῦνται τὸν κύριον, εὐλογοῦνται ὑπὸ θεοῦ ὁμοῦ πάντες.
Πόδια: Διότι πώς ο ακίνητος είναι κατάλληλος για μετάβαση; Δεν θα μιλήσουν: Διότι ούτε πνεύμα ούτε φωνή διαθέτουν, ούτε άλλη αίσθηση. Όμοιοι: Διότι, παρόλο που έχουν και ψυχή και νου αυτοί που τα κατασκευάζουν, δεν διαφέρουν σε τίποτα από τα άψυχα. Διότι οι άνθρωποι που διαθέτουν αισθήσεις προσκυνούν τα αναίσθητα και άψυχα, και πώς να μην είναι όμοιοι με αυτά; Οίκος: Ο πιστός λαός. Διότι Ισραήλ ερμηνεύεται «αυτός που βλέπει τον Κύριο». Διότι αυτός αληθινά ελπίζει στον Κύριο. Βοηθός: Αληθινά βοηθός όλων των αγίων είναι ο Θεός των πιστών (ο Χριστός). Οίκος Ααρών: Υπονοεί τους ιερείς. Διότι αυτοί αληθινά ελπίζουν στον Κύριο. Βοηθός: Και μάλιστα αυτών που ιερουργούν εν αληθεία. Οι φοβούμενοι: Όλοι οι άγιοι. Διότι αυτοί αδιάλειπτα και αληθινά ελπίζουν στον Κύριο. Βοηθός: Αληθινά βοηθός όλων των αγίων είναι ο Θεός. Κύριος: Τον άνθρωπο θυμήθηκε ο Θεός, επειδή είναι πλάσμα των χεριών Του, και τον ευλόγησε. Ευλόγησε: Η προφητεία εννοεί την Εκκλησία. — Τους ιερείς [τους καθαρούς ιερείς ευλόγησε το Άγιο Πνεύμα, επειδή είναι οίκος Θεού μέσω των αγαθών έργων]. Ευλόγησε: Τους πιστούς και όλους τους αγίους (αυτούς που φοβούνται τον Κύριο). Τους μικρούς: Και τους φτωχούς και τους πλούσιους, όσοι φοβούνται τον Κύριο, ευλογούνται από τον Θεό όλοι μαζί.
Λεπτομέρειες
Ὅτι μὲν γάρ ἐστι καὶ ἀλήθεια, αὐτός φησιν· Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός, καὶ ἡ ἀλήθεια, καὶ ἡ ζωή. Ὅτι δὲ ἔλεος, οὕτως ὁ Ψαλμῳδὸς ἔψαλλεν· Δεῖξον ἡμῖν, Κύριε, τὸ ἔλεός σου. Δόξαν. τοίνυν ἑαυτῷ ἐπὶ τῇ σαρκώσει τοῦ Μονογενοῦς ἔδωκε, δοξασθεὶς δι’ αὐτοῦ καὶ ἐμφανερωθείς. Τοῦτο γὰρ ἐν Εὐαγγελίοις ὁ Κύριος ἔλεγε· Πάτερ, δόξασόν σου τὸ ὄνομα ἐπὶ τῆς γῆς. Πῶς δὲ ἐδόξασεν; Ἡμᾶς σώσας. «Ὁ δὲ Θεὸς ἡμῶν ἐν τῷ οὐρανῷ.» Ἔστι δὲ ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ τῇ γῇ οὐ μόνον ὡς πάντα πληρῶν, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐν τῇ γῇ διὰ σαρκὸς γενόμενος, οὐχ ἁπλῶς δέ, ἀλλ’ ὑποτάξας τοὺς δαίμονας· ἐλευθερώσας δὲ τὴν κτίσιν στενάζουσαν, τὴν ἑαυτοῦ δόξαν φανερώσας, καὶ πρό γε τούτων διασώσας τὸν ἄνθρωπον. Τοῦτο γὰρ ὑπὲρ πάντας ὡς φιλάνθρωπος βούλεται. «Κύριος μνησθεὶς ἡμῶν.» Πότε γὰρ ὁ Θεὸς λήθην ἀνθρώπων ἐδέξατο; Ἀλλὰ τοῦτό ἐστιν ὃ διὰ τῶν εἰρημένων αἰνίττεται. Ἐπειδὴ γὰρ ὑπὸ κατάραν ὄντες, οὐκ ἄλλως αὐτῆς ἀπολυθῆναι καὶ λαβεῖν εὐλογίαν ἠδυνάμεθα, εἰ μὴ Χριστὸς ἐπὶ ξύλου κρεμασθεὶς τὴν κατάραν τὴν ἡμετέραν ἐβάστασεν, εἰκότως μνησθῆναι τὸν Κύριον πρότερον, καὶ οὕτως ἡμᾶς εὐλογῆσαί φησι. «Ὁ οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ τῷ Κυρίῳ.» Θεωρεῖς ὅπως τὴν δημιουργίαν ὁ Ποιητὴς πρὸς ἡμᾶς μερίζεται· καὶ ὥσπερ αὐτὸς ἀόρατος ὢν ἔχει τὸν οὐρανὸν τοῦ οὐρανοῦ τὸν ἀόρατον, οὕτως ἡμῖν τὴν κτίσιν τὴν ὁρατὴν ἀπένειμεν.
Διότι, ότι βεβαίως είναι και αλήθεια, ο ίδιος το λέει: Εγώ είμαι η οδός, και η αλήθεια, και η ζωή. Ότι δε είναι έλεος, έτσι έψαλλε ο Ψαλμωδός: Δείξε μας, Κύριε, το έλεός σου. Έδωσε, λοιπόν, δόξα στον εαυτό του κατά την σάρκωση του Μονογενούς, δοξασθείς και φανερωθείς μέσω αυτού. Διότι αυτό έλεγε ο Κύριος στα Ευαγγέλια: Πατέρα, δόξασε το όνομά σου πάνω στη γη. Και πώς το δόξασε; Σώζοντάς μας. «Ο δε Θεός ημών εν τω ουρανώ.» Υπάρχει δε στον ουρανό και στη γη όχι μόνο επειδή πληροί τα πάντα, αλλά και επειδή βρέθηκε στη γη λαμβάνοντας σάρκα, και όχι απλώς, αλλά υποτάσσοντας τους δαίμονες· ελευθερώνοντας την κτίση που στενάζει, φανερώνοντας τη δική του δόξα, και προ πάντων αυτών, διασώζοντας τον άνθρωπο. Διότι αυτό το επιθυμεί περισσότερο από όλα ως φιλάνθρωπος. «Ο Κύριος μας θυμήθηκε.» Πότε, άραγε, ο Θεός λησμόνησε τους ανθρώπους; Αλλά αυτό είναι που υπονοείται μέσω όσων έχουν ειπωθεί. Επειδή, ευρισκόμενοι υπό κατάρα, δεν μπορούσαμε να απαλλαγούμε από αυτήν και να λάβουμε ευλογία με άλλον τρόπο, παρά μόνο εάν ο Χριστός, κρεμάμενος επί ξύλου, βάσταζε τη δική μας κατάρα, εύλογα λέει ότι ο Κύριος πρώτα μας θυμήθηκε και έπειτα μας ευλόγησε. «Ο ουρανός του ουρανού ανήκει στον Κύριο.» Βλέπεις πώς ο Ποιητής μοιράζεται τη δημιουργία μαζί μας· και όπως ο ίδιος, όντας αόρατος, κατέχει τον αόρατο ουρανό του ουρανού, έτσι απένειμε σε εμάς την ορατή κτίση.
Λεπτομέρειες
Καὶ γὰρ μείζων εἰς αὐτοὺς ἡ τιμὴ ἐγένετο. εʹ. Εἶτα δεικνὺς, ὅτι οὐκ εἰς τὰ Ἰουδαϊκὰ αὐτοῦ κατεκέκλειστο ἡ πρόνοια, καὶ τῶν προσηλύτων ἐμνήσθη, τῶν ἐκ τῶν ἐθνῶν προσιόντων, τήν τε βοήθειαν, καὶ τὴν εὐλογίαν εἰς ἅπαντας γεγενῆσθαι λέγων. Κύριος μνησθεὶς ἡμῶν, εὐλόγησεν ἡμᾶς. Εὐλόγησε τὸν οἶκον Ἰσραήλ· εὐλόγησε τὸν οἶκον Ἀαρών· εὐλόγησε τοὺς φοβουμένους τὸν Κύριον. Τί ἐστιν, Εὐλόγησε; Μυρίων, φησὶν, ἐνέπλησεν ἀγαθῶν. Εὐλογεῖ μὲν γὰρ ἄνθρωπος Θεὸν, ὡς ὅταν λέγῃ, Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον. Ἀλλ᾽ ὁ τὸν Θεὸν εὐλογῶν, αὐτὸς κερδαίνει, λαμπρότερον ἑαυτὸν καθιστὰς, οὐκ ἐκείνῳ τι χαριζόμενος· ὁ δὲ Θεὸς εὐλογῶν, ἡμᾶς λαμπροτέρους ποιεῖ, οὐκ αὐτός τι προσλαμβάνει.
Διότι και σε αυτούς αποδόθηκε μεγαλύτερη τιμή. εʹ. Έπειτα, δείχνοντας ότι η πρόνοιά του δεν είχε περιοριστεί μόνο στους Ιουδαίους, μνημόνευσε και τους προσηλύτους, εκείνους δηλαδή που προσέρχονταν από τα έθνη, λέγοντας ότι η βοήθεια και η ευλογία προσφέρθηκαν σε όλους: «Ο Κύριος μας θυμήθηκε και μας ευλόγησε. Ευλόγησε τον οίκο του Ισραήλ, ευλόγησε τον οίκο του Ααρών, ευλόγησε όσους φοβούνται τον Κύριο». Τι σημαίνει «ευλόγησε»; Τους γέμισε, λέει, με αναρίθμητα αγαθά. Διότι από τη μία ο άνθρωπος ευλογεί τον Θεό, όπως όταν λέει: «Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριο». Αλλά αυτός που ευλογεί τον Θεό, ο ίδιος κερδίζει, καθιστώντας τον εαυτό του πιο λαμπρό, και όχι προσφέροντας κάτι σε Εκείνον· ενώ ο Θεός, όταν ευλογεί, κάνει εμάς πιο λαμπρούς, χωρίς ο Ίδιος να λαμβάνει κάτι επιπλέον.
Λεπτομέρειες
Κύριος μνησθεὶς ἡμῶν», ἤτοι τῆς πρὸς τοὺς πατέρας ἐπαγγελίας· «Εὐλόγησεν ἡμᾶς τοὺς μικροὺς μετὰ τῶν μεγάλων», οὐ κατὰ τὴν ἡλικίαν μικρούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὡς εὐκαταφρονήτους, καὶ ἐπλήθυνεν ἡμᾶς, ὡς ὑπέσχετο, «ὡς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τὴν ἄμμον τὴν παρὰ τὸ χεῖλος τῆς θαλάσσης». «Προσθείη Κύριος ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς ἡμῶν», ἤτοι, πλεονασμοῦ αὔξησιν λαοῦ δι’ εὐλογίας Κυρίου καὶ πλείστων κληρονόμων. Πολυτεκνίας γὰρ ἔρως ἀνείκαστος ἦν εἰς τὸ ἔθνος ἐκεῖνο. Εὑρίσκομεν γὰρ πλείστους ἐν ταῖς παλαιαῖς ἱστορίαις, ὅτι μέχρι καὶ τῶν ἑβδομήκοντα υἱῶν ἔφθασαν τινὲς γενέσθαι πατέρες, οἷον ὁ Γεδεὼν καὶ Ἀχαὰβ ὁ βασιλεὺς καὶ ἕτεροι πλεῖστοι· πλὴν οὐκ ἐκ μιᾶς, ἀλλ’ ἐκ πολλῶν γυναικῶν τὸ πλῆθος τῶν τοσούτων ἐτίκτετο τέκνων, οἷον ἀγέλαι χοίρων πολλῶν βοσκομένων. «Εὐλογημένοι ὑμεῖς τῷ Κυρίῳ τῷ ποιήσαντι τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν». Τάχα ἐμεγαλαύχουν, ὅτι παρὰ πάντα τὰ ἔθνη, ἡμεῖς ἐσμὲν ἐπαινετοὶ «τῷ Κυρίῳ τῷ ποιήσαντι τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν». Οὐ πολὺ τὸ ἐν μέσῳ καὶ αὐτοὶ ἔθυον τοῖς εἰδώλοις τοὺς υἱοὺς καὶ τὰς θυγατέρας αὐτῶν. «Ὁ οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ τῷ Κυρίῳ», ὡς ἀναμάρτητος χώρα, κἂν καὶ πανταχοῦ τὰ πάντα πληροῖ ἀπερίγραπτος ὤν, «τὴν δὲ γῆν ἔδωκε τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων», ἐξ ἧς ἐλήφθησαν, ἣν καὶ καταχραίνουσιν αἵμασι καὶ ἁμαρτίαις καὶ πρὸς ἣν θνήσκοντες ἐπιστρέφουσι. «
«Ο Κύριος μας θυμήθηκε», δηλαδή την υπόσχεση προς τους πατέρες· «Μας ευλόγησε, τους μικρούς μαζί με τους μεγάλους», μικρούς όχι ως προς την ηλικία, αλλά και αυτούς που θεωρούνταν καταφρονεμένοι, και μας πλήθυνε, όπως υποσχέθηκε, «όπως τα άστρα του ουρανού και την άμμο στην ακρογιαλιά της θάλασσας». «Είθε ο Κύριος να προσθέσει ευλογίες σε εμάς και στους γιους μας», δηλαδή, άφθονη αύξηση του λαού μέσω της ευλογίας του Κυρίου και πάρα πολλών κληρονόμων. Διότι στο έθνος εκείνο υπήρχε ασύγκριτος πόθος για πολυτεκνία. Βρίσκουμε, πράγματι, πάρα πολλούς στις παλαιές ιστορίες, ότι ορισμένοι έφτασαν να γίνουν πατέρες μέχρι και εβδομήντα γιων, όπως ο Γεδεών και ο βασιλιάς Αχαάβ και πάρα πολλοί άλλοι· όμως το πλήθος τόσων πολλών τέκνων δεν γεννιόταν από μία, αλλά από πολλές γυναίκες, σαν κοπάδια πολλών χοίρων που βόσκουν. «Είστε ευλογημένοι από τον Κύριο που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη». Ίσως καυχιούνταν ότι, περισσότερο από όλα τα έθνη, εμείς είμαστε επαινετοί «στον Κύριο που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη». Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός και οι ίδιοι θυσίαζαν στα είδωλα τους γιους και τις θυγατέρες τους. «Ο ουρανός του ουρανού ανήκει στον Κύριο», ως αναμάρτητος τόπος, αν και Αυτός γεμίζει τα πάντα παντού όντας απερίγραπτος, «ενώ τη γη την έδωσε στους γιους των ανθρώπων», από την οποία προήλθαν, την οποία και μολύνουν με αίματα και αμαρτίες και στην οποία επιστρέφουν όταν πεθαίνουν. «
Λεπτομέρειες
Ἀλλ’ οὐκ ἠνέσχετο ἐπὶ πλεῖστον τὴν τῶν ἁμαρτωλῶν ῥάβδον τῷ κλήρῳ αὐτοῦ ἐπιφέρεσθαι. Ἐν τῇ ταπεινώσει ἡμῶν ἐμνήσθη ἡμῶν καὶ μνησθεὶς εὐλόγησεν ἡμᾶς καὶ τὸν ἐνιαυτὸν τοῦτον χρηστότητος ἐποιήσατο. Ἀλλ’ ὅπως μοι συνευφραίνοιο καὶ δοξάζοις τὸν τοιαῦτα θαυμαστῶς πλέκοντα καὶ δὴ καὶ αὐτὸς ἔχοις ἐν καιρῷ κἀκ τῶν καθ’ ἡμᾶς καὶ νεαρωτέρων παράκλησιν. Φιλεῖ γὰρ ἄνθρωπος ἐκ τῶν κατ’ αὐτὸν μᾶλλον ἢ τῶν παλαιοτέρων συμπείθεσθαι. Συνεύχου δὲ καὶ τὸ σταθερὰν ἡμῖν ταύτην δὴ τὴν τοῦ Θεοῦ γενέσθαι χρηστότητα. Τὸ δὲ ἔσται, ἐὰν ἀξίους ἡμᾶς αὐτοὺς αὐτῆς ἐργαζώμεθα. Τοῦτο δὴ καὶ αἰτοῦ παρὰ τοῦ διδόντος ὑπερεκπερισσοῦ ὧν αἰτούμεθα καὶ πρός γε τὸ μὴ εἰς κατάκρισιν πλείω ταύτῃ προσχρήσασθαι ἐν ἀνέσει πιανθέντας, εἶτα λακτίσαντας διὰ τὸν ὑβριστὴν κόρον καὶ καθ’ ἡμῶν αὐτῶν ἀναστάντας καὶ παίξαντας.
Αλλά δεν ανέχθηκε για περισσότερο χρόνο να επιβάλλεται η ράβδος των αμαρτωλών πάνω στον κλήρο του. Μέσα στην ταπείνωσή μας μας θυμήθηκε, και αφού μας θυμήθηκε μας ευλόγησε και κατέστησε τη χρονιά αυτή έτος αγαθότητας. Αλλά αυτά στα γράφω για να συνευφραίνεσαι μαζί μου και να δοξάζεις Εκείνον που ρυθμίζει τέτοια πράγματα με τόσο θαυμαστό τρόπο, και βέβαια για να έχεις και ο ίδιος την κατάλληλη στιγμή παρηγοριά και από τα δικά μας, πιο πρόσφατα γεγονότα. Διότι ο άνθρωπος συνηθίζει να πείθεται περισσότερο από τα σύγχρονά του γεγονότα παρά από τα παλαιότερα. Να προσεύχεσαι μαζί μας ώστε να παραμείνει σταθερή σε εμάς αυτή η αγαθότητα του Θεού. Και αυτό θα συμβεί, εάν καταστήσουμε τους εαυτούς μας άξιους αυτής. Αυτό ακριβώς να ζητάς από Αυτόν που δίνει υπερεκπερισσού από όσα ζητούμε, και επιπλέον να μην τη χρησιμοποιήσουμε για μεγαλύτερη καταδίκη μας, παχαίνοντας μέσα στην άνεση, και έπειτα κλωτσώντας εξαιτίας του υβριστικού κορεσμού, και επαναστατώντας και εμπαίζοντας τον ίδιο μας τον εαυτό.
Λεπτομέρειες