καὶ πάλιν “Οὐ ”γὰρ οἱ νεκροὶ αἰνέσουσί σε, Κύριε, οὐδὲ πάντες οἱ κατα- “βαίνοντες εἰς ᾅδην· ἀλλ᾽ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εὐλογήσομέν σε, ”Κύριε.” εἰ δὲ δὴ νοοῖτο τῶν προκειμένων ἡ δύναμις καὶ γεωδεστέρως, εἰ δεδαπάνηνται διά τε τῆς κάμπης καὶ τῶν ἑτέρων τὰ τῆς εὐφροσύνης αἴτια, πάντως που συνδιολεῖται ταῖς εὐκαρπίαις καὶ ἡ τῶν πεπονθότων εὐφροσύνη καὶ χαρά. ἐπιστυγνάζειν γὰρ ἀναγκαῖον τοῖς ἀνιαρῶς συμβαίνουσι καὶ καταλυπεῖν εἰωθόσι καὶ οὐκ ἀνικάνως ἔχουσιν εἴς γε τὸ δύνασθαι, φημὶ, πικρᾷ τε καὶ ἀφορήτῳ λύπῃ κατατῆξαι καρδίαν. <Ὅτι ἔθνος ἀνέβη ἐπὶ τὴν γῆν μου ἰσχυρὸν καὶ ἀναρίθμητον, οἱ ὀδόντες αὐτοῦ ὀδόντες λέοντος, καὶ αἱ μύλαι αὐτοῦ σκύμνου· ἔθετο τὴν ἄμπελόν μου εἰς ἀφανισμὸν, καὶ τὰς συκᾶς μου εἰς συγκλασμόν· ἐρευνῶν ἐξηρεύνησεν καὶ ἔῤῥιψεν, ἐλεύκανε κλήματα αὐτῆς.> Ἁμιλλᾶσθαι τρόπον τινὰ τοῖς συμβεβηκόσιν, ἤγουν ἔσεσθαι προσδοκωμένοις καὶ ὅσον οὔπω παρεσομένοις τὸ ἐπὶ ταῖς μεταγνώσεσιν θέλων δάκρυον, ἀφηγεῖται λεπτῶς τὰ ἐσόμενα, καὶ τῶν σκυθρωπῶν τὴν ἔφοδον μονονουχὶ καὶ ἐν ὄψει τιθεὶς δίδωσί τι τοῖς παιομένοις καὶ θρήνημα, καὶ οἱονεὶ γοερὸν ἐκδιδάσκει μέλος τοὺς ὀδύρεσθαι κεκελευσμένους, ἐκεῖνό τε λέγειν ἀναπείθει λοιπὸν Ὅτι ἔθνος ἧκεν ἐπὶ τὴν γῆν μου, ἰσχυρὸν καὶ ἀναρίθμητον, καὶ ὅσον ἧκεν εἰς ὀδόντων ἀκμὰς, λέουσί τε καὶ σκύμνοις ὀλίγα παραχωροῦν.
Μετάφραση
Και πάλι: «Διότι δεν θα σε αινέσουν οι νεκροί, Κύριε, ούτε όλοι όσοι κατεβαίνουν στον άδη· αλλά εμείς οι ζωντανοί θα σε ευλογήσουμε, Κύριε». Εάν βεβαίως νοηθεί η σημασία των προκειμένων και με πιο γήινο τρόπο, εάν έχουν καταστραφεί από την κάμπη και τα άλλα έντομα τα αίτια της ευφροσύνης, οπωσδήποτε μαζί με την ευκαρπία θα χαθεί και η ευφροσύνη και η χαρά αυτών που τα υπέστησαν. Διότι είναι αναγκαίο να σκυθρωπάζουν για τα δυσάρεστα που συμβαίνουν, τα οποία συνήθως προκαλούν λύπη και είναι αρκετά ικανά, λέγω, στο να λιώσουν την καρδιά με πικρή και αφόρητη λύπη. «Διότι ανέβηκε στη γη μου έθνος ισχυρό και αναρίθμητο, τα δόντια του είναι δόντια λιονταριού, και οι τραπεζίτες του σκύμνου· παρέδωσε την άμπελό μου σε αφανισμό, και τις συκιές μου σε συντριβή· την εξέτασε εξονυχιστικά και την έριξε κάτω, έκανε λευκά τα κλήματά της». Θέλοντας τα δάκρυα της μετάνοιας να αντιστοιχούν κατά κάποιον τρόπο στα γεγονότα, ή μάλλον σε αυτά που αναμένεται να συμβούν και που όπου να 'ναι καταφθάνουν, αφηγείται με λεπτομέρεια τα μελλούμενα, και θέτοντας την έφοδο των δεινών σχεδόν μπροστά στα μάτια τους, δίνει ένα θρήνο σε αυτούς που πλήττονται, και σαν να διδάσκει ένα γοερό μέλος σε όσους έχουν λάβει την εντολή να οδύρονται, τους πείθει λοιπόν να λένε εκείνο: Ότι έθνος ήλθε στη γη μου, ισχυρό και αναρίθμητο, και όσον αφορά την αιχμή των δοντιών του, ελάχιστα υστερεί από τα λιοντάρια και τα μικρά τους.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες