Στερουμένης δὲ πάλιν τῆς λογικῆς ἡμῶν ψυχῆς καὶ ἀναιρουμένης τῆς θελητικῆς αὐτῆς καὶ ἐπιθυμητικῆς δυνάμεως, οὐδὲν διαφέρει τῆς ἀλόγου καὶ ἀδιανοήτου τοῦ ἵππου ψυχῆς. Πῶς γὰρ ἂν καὶ εὐαρεστήσω τῷ θεῷ εἰ μὴ διὰ τῆς θελητικῆς καὶ ἐνεργητικῆς αὐτῆς κινήσεως καὶ δυνάμεως; Πῶς δὲ καὶ τελέσω τὸ τοῦ θεοῦ θέλημα εἰ μὴ διὰ τοῦ ἐμφύτου αὐτῆς καὶ οὐσιώδους θελήματος; Ὅπερ πολλάκις ἐν τῇ γραφῇ διαφόροις ὀνόμασιν εὑρίσκομεν ὀνομαζόμενον, τουτέστι θέλημα ἀγαθόν, πόθον, ἐπιθυμίαν, ἀγάπην, ἔρωτα. Εἰ δὲ δεῖ καὶ μικρὰς μαρτυρίας ἐνθεῖναι, οὐκ ὀκνητέον. Εἴρηται γοῦν ὅτι Θέλημα τῶν φοβουμένων αὐτὸν ποιήσει ὁ κύριος, καὶ Ἐν τῷ νόμῳ κυρίου τὸ θέλημα τοῦ μακαρίου ἀνδρός, καὶ Ὃν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή μου πρὸς σέ, ὁ θεός, καὶ Ἐπιποθεῖ καὶ ἐκλείπει ἡ ψυχή μου εἰς τὰς αὐλὰς τοῦ κυρίου, καὶ Ἐπεπόθησα τὸ σωτήριόν σου, κύριε. Περὶ δὲ ἀγάπης· Ἀγαπήσω σε, κύριε, ἡ ἰσχύς μου, καὶ Ἠγάπησα, ὅτι εἰσακούσεται κύριος, καὶ Ὡς ἠγάπησα τὸν νόμον σου, κύριε, καὶ Ἀγαπήσεις κύριον τὸν θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου. Πῶς οὖν δυνήσεται ἀγαπῆσαι τὸν θεὸν ἡ ψυχή, μὴ ἔχουσα οὐσιωδῶς ἐν ἑαυτῇ τὴν δύναμιν τὴν θελητικὴν καὶ ἐπιθυμητικὴν καὶ ἀγαπητικὴν καὶ ἐρωτικήν, φυσικήν τε καὶ ἀγαθήν; Ἣν ἔχων Ἰγνάτιος ἔφασκεν ὅτι Ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται. Ὅντινα ἔρωτα θεοῦ καὶ ἀγάπην θεοῦ καὶ πόθον καὶ ἐπιθυμίαν θεοῦ καὶ θελητικὴν ὄρεξιν πρὸς θεὸν μὴ ἔχοντες οὗτοι, τὸ θέλημα τὸ διαβολικὸν ἔχοντες καὶ τὰ θελήματα τῆς σαρκὸς αὐτῶν πράττοντες, παραιτοῦνται ὡς πονηρὸν τὸ θεόσδοτον καὶ θεόκτιστον καὶ θεόμοιον τῆς νοερᾶς καὶ θεοχαράκτου ἡμῶν ψυχῆς ὁμολογεῖν ἐν Χριστῷ καὶ τὴν ζωοποιὸν αὐτῆς καὶ συστατικὴν θεήπνουν ἐνέργειαν· ὧν χωρὶς ἡ νοερὰ καὶ θεόσδοτος καὶ θεόστομος τοῦ ἐμφυσήματος τοῦ θείου ἡμῶν ψυχὴ οὔτε θελῆσαι, οὔτε ἐνεργῆσαί τι τῶν θείων ἐντολῶν δύναται.
Μετάφραση
Αν πάλι η λογική ψυχή μας στερηθεί και αφαιρεθεί από αυτήν η θελητική και επιθυμητική της δύναμη, σε τίποτε δεν διαφέρει από την άλογη και αδιάνοητη ψυχή του ίππου. Πώς, λοιπόν, θα μπορούσα και να ευαρεστήσω τον Θεό, αν όχι διά της θελητικής και ενεργητικής της κινήσεως και δυνάμεως; Και πώς θα επιτελέσω το θέλημα του Θεού, αν όχι διά του εμφύτου και ουσιώδους θελήματός της; Αυτό ακριβώς βρίσκουμε πολλές φορές στην Γραφή να ονομάζεται με διάφορα ονόματα, δηλαδή αγαθό θέλημα, πόθος, επιθυμία, αγάπη, έρως. Και αν πρέπει να παραθέσουμε και λίγες μαρτυρίες, δεν πρέπει να διστάσουμε. Πράγματι έχει ειπωθεί ότι «το θέλημα εκείνων που τον φοβούνται θα το εκπληρώσει ο Κύριος», και «στον νόμο του Κυρίου είναι το θέλημα του μακαρίου ανδρός», και «όπως επιποθεί η έλαφος τις πηγές των υδάτων, έτσι σε επιποθεί η ψυχή μου, Θεέ», και «ποθεί και εκλείπει η ψυχή μου για τις αυλές του Κυρίου», και «επεπόθησα το σωτήριό σου, Κύριε». Για την αγάπη πάλι: «θα σε αγαπήσω, Κύριε, δύναμή μου», και «αγάπησα, γιατί ο Κύριος θα εισακούσει», και «πώς αγάπησα τον νόμο σου, Κύριε», και «θα αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου». Πώς, λοιπόν, θα μπορέσει να αγαπήσει τον Θεό η ψυχή, αν δεν έχει ουσιωδώς μέσα της τη θελητική και επιθυμητική και αγαπητική και ερωτική δύναμη, φυσική και αγαθή; Αυτήν έχοντας ο Ιγνάτιος έλεγε ότι «ο δικός μου έρως έχει σταυρωθεί». Εφόσον, λοιπόν, αυτοί δεν έχουν έρωτα Θεού και αγάπη Θεού και πόθο και επιθυμία Θεού και θελητική όρεξη προς τον Θεό, αλλά έχουν το διαβολικό θέλημα και πράττουν τα θελήματα της σαρκός τους, αρνούνται, θεωρώντας το πονηρό, να ομολογήσουν εν Χριστώ το θεόδοτο και θεόκτιστο και θεόμοιο στοιχείο της νοερής και θεοχάρακτης ψυχής μας, καθώς και τη ζωοποιό και συστατική της θεήπνευστη ενέργεια· χωρίς αυτά η νοερά ψυχή μας, δοσμένη από τον Θεό και προερχόμενη από το θείο εμφύσημα, δεν μπορεί ούτε να θελήσει ούτε να ενεργήσει κάτι από τις θείες εντολές.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- {Τοῦ αὐτοῦ ἀκολούθως λόγος γʹ.}