Ἐὰν οὖν μετανοήσῃ, ζῶν ἀπὸ τῆς κοιλίας τοῦ διαβόλου, ὡς ὁ Ἰωνᾶς ἀπὸ γαστρὸς τοῦ κήτους, ἐξέρχεται· ἐὰν δὲ ἀμετανόητος μείνῃ, νεκρὸς καὶ υἱὸς θανάτου ἐξέρχεται. Ἐπεὶ οὖν καὶ ὁ Δαυὶδ ἐν ἁμαρτίαις συνελήφθη, μετενόησεν δέ, καὶ τοὺς δεσμοὺς τῆς ἁμαρτίας αὐτοῦ ὁ θεὸς διέρρηξεν, ὡς λέγειν· 〈Σὺ διέρρηξας τοὺς δεσμούς μου,〉 ὁμολογῶν τὰς ὀλεθρίους ὠδῖνας τοῦ θανάτου, τὴν ἐκ τοῦ διαβόλου μοιχείαν καὶ ἀνδροφονίαν, φησίν· 〈Περιέσχον με ὠδῖνες θανάτου·〉 περιέσχον με, ἀλλ᾽ οὐ κατέσχον με. 〈Χείμαρροι δ᾽ ἀνομίας,〉 οἱ λογισμοὶ τῆς ἐπιθυμίας, αἱ ὁρμαὶ τῶν κακῶν. Ἐὰν οὖν ἡ ψυχὴ ὡς ἐπὶ πέτραν τὸν φόβον τοῦ θεοῦ τεθεμελίωται, οἱ χείμαρροι τῆς ἀνομίας ταύτην ἐκταράσσουσιν, οὐ μὴν καταστρέφουσιν.
Μετάφραση
Εάν λοιπόν μετανοήσει, εξέρχεται ζωντανός από την κοιλιά του διαβόλου, όπως ο Ιωνάς από την κοιλιά του κήτους. Εάν όμως παραμείνει αμετανόητος, εξέρχεται νεκρός και υιός θανάτου. Επειδή λοιπόν και ο Δαβίδ συνελήφθη μέσα σε αμαρτίες, μετανόησε όμως, και ο Θεός διέρρηξε τα δεσμά της αμαρτίας του, ώστε να λέει: «Εσύ διέρρηξες τα δεσμά μου», ομολογώντας τις ολέθριες ωδίνες του θανάτου, τη μοιχεία και την ανδροφονία που προήλθαν από τον διάβολο, λέει: «Με περικύκλωσαν ωδίνες θανάτου»· με περικύκλωσαν, αλλά δεν με κυρίευσαν. «Και χείμαρροι ανομίας», που είναι οι λογισμοί της επιθυμίας, οι ορμές των κακών. Εάν λοιπόν η ψυχή έχει θεμελιωθεί στον φόβο του Θεού σαν πάνω σε πέτρα, οι χείμαρροι της ανομίας την ταράζουν μεν, δεν την καταστρέφουν όμως.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες