Ὡς ἀπὸ τῆς ἰατρικῆς ὁ ἰατρὸς καὶ ἀπὸ τῆς τεκτονικῆς ὁ τέκτων, οὕτως ἀπὸ τῆς δικαιοσύνης ὁ δίκαιος. Ἀλλ᾽ ὥσπερ ὁ ἕν τι μέρος ἰατρικῆς εἰδὼς ἰατρός, ὁ περιχρίων μόνον ἢ ὁ καταπλάττων, οὐκ ἰατρός, οὕτως ὁ εἶδος ἓν δικαιοσύνης ἔχων οὐ δίκαιος. 〈Δεδικαίωται Θάμαρ,〉 καὶ οὐ πάντως δικαία. Ἐδικαιώθη Σόδομα, καὶ οὐ δικαία. Ὡς οὐκ ἔστιν εὑρεῖν δίκαιον ἐν σαρκὶ ἀναμάρτητον, εἰ μὴ μόνον Ἰησοῦν, οὕτως οὐδὲ ἁμαρτωλὸν κἂν μίαν δικαιοσύνην οὐκ ἔχοντα. Εἰ γὰρ ὁ δίκαιος πάντως καὶ σώφρων, πῶς Δαυὶδ οὐκ ἀεὶ σώφρων; Καὶ εἰ ὁ δίκαιος καὶ ἀνδρεῖος, πῶς ὁ Πέτρος δειλός; Πῶς μία παιδίσκη ἐσάλευσε τὴν πέτραν; Πῶς δὲ καὶ ὁ Μωυσῆς τὴν ῥάβδον ὄφιν ἰδὼν φοβηθεὶς ἔφυγε; Κάτωθεν δῆμος πολεμίων ἐπανίστατο, 〈πολλοὶ ἐπανίσταντο ἐπ᾽ ἐμέ,〉 καὶ ἄνωθεν στρατὸς ἀγγέλων ἐβοήθει μοι· 〈Ἡ βοήθειά μου παρὰ κυρίου,〉 τοῦ τοὺς ἀγγέλους ἀποστέλλοντος. Εἰπὼν ἐν τῷ πρὸ τούτου ψαλμῷ· 〈Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με,〉 καὶ ἐπειδὴ 〈ἐκ θλίψεως ἐπεκαλεσάμην τὸν κύριον καὶ ἐπήκουσέ μου εἰς πλατυσμόν,〉 νῦν ἐν τῷ παρόντι λέγω· 〈Ἐν τῷ ἐπικαλεῖσθαί με εἰσήκουσέ μου ὁ θεὸς τῆς δικαιοσύνης μου, ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς μοι.〉 Καὶ διὰ τί εἶπας, ὦ προφῆτα· 〈Εἰσήκουσεν ὁ θεὸς τῆς δικαιοσύνης μου;〉 Ποίας δικαιοσύνης; Ποίας; Ἐκείνης καθ᾽ ἣν ἐδικαίωσα φυλάξαι τὸν ὅρον τοῦ θεοῦ καὶ μὴ ἑαυτὸν ἐκδικῆσαι.
Μετάφραση
Όπως από την ιατρική προέρχεται ο ιατρός και από την οικοδομική τέχνη ο τέκτονας, έτσι από τη δικαιοσύνη ο δίκαιος. Αλλά όπως ακριβώς εκείνος που γνωρίζει ένα μόνο μέρος της ιατρικής, αυτός που μόνο βάζει αλοιφές ή καταπλάσματα, δεν είναι ιατρός, έτσι και αυτός που έχει ένα μόνο είδος δικαιοσύνης δεν είναι δίκαιος. «Δικαιώθηκε η Θάμαρ», και όμως δεν είναι απολύτως δίκαιη. Δικαιώθηκαν τα Σόδομα, και δεν είναι δίκαια. Όπως δεν είναι δυνατόν να βρεθεί δίκαιος με σάρκα που να είναι αναμάρτητος, ει μη μόνον ο Ιησούς, έτσι δεν υπάρχει ούτε αμαρτωλός που να μην έχει έστω και μία δικαιοσύνη. Διότι εάν ο δίκαιος είναι οπωσδήποτε και σώφρων, πώς ο Δαβίδ δεν υπήρξε πάντοτε σώφρων; Και εάν ο δίκαιος είναι και ανδρείος, πώς ο Πέτρος φάνηκε δειλός; Πώς μία νεαρή υπηρέτρια κλόνισε την πέτρα; Πώς δε και ο Μωυσής, όταν είδε τη ράβδο να γίνεται φίδι, φοβήθηκε και έφυγε; Από κάτω ξεσηκωνόταν πλήθος εχθρών, «πολλοί επαναστάτησαν εναντίον μου», και από πάνω στρατός αγγέλων με βοηθούσε· «η βοήθειά μου προέρχεται από τον Κύριο», ο οποίος αποστέλλει τους αγγέλους. Αφού είπε στον προηγούμενο ψαλμό: «Κύριε, γιατί πληθύνθηκαν εκείνοι που με θλίβουν;», και επειδή «μέσα από τη θλίψη επικαλέστηκα τον Κύριο και με εισάκουσε οδηγώντας με σε ευρυχωρία», τώρα, στον παρόντα, λέγω: «Όταν τον επικαλέστηκα, με εισάκουσε ο Θεός της δικαιοσύνης μου, μέσα στη θλίψη μού έδωσες ευρυχωρία». Και γιατί είπες, ω προφήτη: «Με εισάκουσε ο Θεός της δικαιοσύνης μου»; Ποιας δικαιοσύνης; Ποιας; Εκείνης σύμφωνα με την οποία έκρινα δίκαιο να τηρήσω την εντολή του Θεού και να μην πάρω εκδίκηση μόνος μου.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες