Καθήλωσον ἐκ τοῦ φόβου σου τὰς σάρκας μου. Τὸ, καθήλωσον, ἀντὶ τοῦ, πῆξον. Πῆξον οὖν, φησὶν, εἰς ἁγνείαν τὰς σάρκας μου. Οὕτως γὰρ μόνως δυνηθεῖεν εἰπεῖν Χριστῷ· Συνεσταύρωμαι· ἀπὸ γὰρ τῶν κριμάτων σου ἐφοβήθην. Τὸν θεῖον δηλονότι νόμον.
Μετάφραση
«Καθήλωσε από τον φόβο σου τις σάρκες μου.» Το «καθήλωσε» τίθεται αντί του «στερέωσε». «Στερέωσε λοιπόν», λέγει, «στην αγνεία τις σάρκες μου». Διότι μόνο έτσι θα μπορούσαν να πουν στον Χριστό: «Έχω συσταυρωθεί· διότι φοβήθηκα από τις κρίσεις σου». Εννοώντας, προφανώς, τον θείο νόμο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες