Ἐποίησα κρίμα καὶ δικαιοσύνην, μὴ παραδῷς με τοῖς ἀδικοῦσί με. Ἔκδεξαι τὸν δοῦλόν σου εἰς ἀγαθὸν, μὴ συκοφαντησάτωσάν με ὑπερήφανοι. Ὁ μετανοήσας καὶ ἀπὸ τῶν ἐνεργησάντων εἰς αὐτὸν ἐξελθὼν καὶ τῆς αἰχμαλωσίας λυτρωθείς φησιν· Ἔκδεξαι τὸν δοῦλόν σου εἰς ἀγαθόν· οὗτοι γάρ με εἰς πονηρὸν ἐξεδέξαντο. Ἐὰν γὰρ μὴ ἐκδέξῃ με τὸν δοῦλόν σου ὑποχείριον γενόμενον τοῖς πολεμίοις, οὗτοι οἱ ὑπερήφανοι, αἱ ἀντικείμεναι δυνάμεις, μέλλουσί με συκοφαντεῖν. Πῶς δὲ συκοφαντοῦσιν; Αὗται ἐνήργησαν καὶ ἔπεισαν ἵν᾽ ἁμαρτωλὸς γένωμαι· καὶ αὗταί μοι κατήγοροι γίνονται, ὅλην τὴν αἰτίαν τῶν ἁμαρτημάτων εἰς ἐμὲ ἀναφέρουσαι. Ἀναγκαίως παρακαλεῖ τὸν Θεὸν ἀνάδοχον αὐτοῦ γενέσθαι, ὥσπερ καὶ ἐγγυητήν· ἵν᾽ αὐτὸς φύλαξ αὐτοῦ γένηται, τηρῶν ἑαυτῷ καὶ φυλάττων τὴν ἐγγύην, πρὸς τὸ μηδεμίαν λαβὴν παρασχεῖν τοῖς ἐφεδρεύουσιν αὐτῷ συκοφάνταις.
Μετάφραση
Έπραξα κρίση και δικαιοσύνη, μην με παραδώσεις σε αυτούς που με αδικούν. Ανάλαβε τον δούλο σου για το αγαθό, ας μην με συκοφαντήσουν οι υπερήφανοι. Εκείνος που μετανόησε και απομακρύνθηκε από αυτούς που ενεργούσαν μέσα του και λυτρώθηκε από την αιχμαλωσία, λέει: Ανάλαβε τον δούλο σου για το αγαθό· διότι αυτοί με παρέλαβαν για το πονηρό. Διότι, εάν δεν αναλάβεις εμένα τον δούλο σου που έγινα υποχείριος στους πολεμίους, αυτοί οι υπερήφανοι, δηλαδή οι αντίθετες δυνάμεις, μέλλουν να με συκοφαντήσουν. Και πώς συκοφαντούν; Αυτές ενέργησαν και με έπεισαν ώστε να γίνω αμαρτωλός· και αυτές γίνονται κατήγοροί μου, επιρρίπτοντας σε εμένα όλη την αιτία των αμαρτημάτων. Αναγκαστικά παρακαλεί τον Θεό να γίνει ανάδοχός του, σαν εγγυητής· ώστε να γίνει ο Ίδιος φύλακάς του, τηρώντας και φυλάσσοντας για τον Εαυτό του την εγγύηση, προκειμένου να μην δώσει καμία λαβή στους συκοφάντες που του στήνουν ενέδρα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες