Εἶδον ἀσυνετοῦντας, καὶ ἐξετηκόμην. Εἴ τινα ἑώρακα μὴ συνιέντα ἐγὼ, ἐπὶ τὸν τοιοῦτον ἐξετηκόμην ἀπὸ τοῦ ζήλου κατὰ τὴν θεοσέβειαν. Ἰδὲ, ὅτι τὰς ἐντολάς σου ἠγάπησα, Κύριε. Ὄψει γὰρ ἐν ἐμοὶ τῶν ἀγαθῶν ἔργων τοὺς τύπους· οὐ γὰρ ἀπλῶς ἐτήρησα, ἀλλ᾽ ἠγάπησα, μηδὲν ἔχων πρὸς ταύτας ἠναγκασμένον. Ἀλλ᾽ οὐδὲν ἧττον ἐλεοῦντός σου δέομαι πρὸς τὸ ζῆσαί με.
Μετάφραση
Είδα τους ασύνετους και κατατηκόμουν. Αν έβλεπα κάποιον να στερείται συνέσεως, για τον άνθρωπο αυτόν κατατηκόμουν από τον ζήλο μου για τη θεοσέβεια. Δες ότι αγάπησα τις εντολές σου, Κύριε. Διότι θα δεις σε εμένα τα αποτυπώματα των αγαθών έργων· διότι δεν τις τήρησα απλώς, αλλά τις αγάπησα, χωρίς να πράττω απολύτως τίποτα εξ αναγκασμού ως προς αυτές. Αλλά, παρ' όλα αυτά, δέομαι σε εσένα που ελεείς, για να με ζωοποιήσεις.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες