In Psalmum V Homilia V Εἰς τὸν αὐτὸν 〈ε〉 ψαλμὸν ἄλλως. 〈Τὰ ῥήματά μου ἐνώτισαι, κύριε.〉 Ποῖα ῥήματα, προφῆτα; Ὁ μὲν γὰρ θεὸς οἶδεν αὐτὰ καὶ πρὶν αὐτὰ ἐνθυμηθῇς. Ἡμᾶς οὖν δίδαξον ποῖα ῥήματα πρὸς δυσώπησιν τῷ θεῷ προσήνεγκας, ἵνα καὶ ἡμεῖς τοῖς αὐτοῖς χρησώμεθα. Ποῖα ῥήματα; Ἄκουσον τὰ ἐν τῷ προκειμένῳ ψαλμῷ, ἅπερ λέγων τῷ θεῷ καὶ αὐτὸν δυσωπῶ καὶ ἐμαυτὸν σωφρονίζω καὶ τοὺς ἀκούοντας νουθετῶ. Εἶπον ὑποκαταβάς· 〈Ὅτι οὐχὶ θεὸς θέλων ἀνομίαν σὺ εἶ.〉 Καὶ διὰ τί τοῦτο εἶπας; Ἐπειδὴ 〈ἀνομίαν ἐμίσησα καὶ ἐβδελυξάμην.〉 Οὐ γὰρ ἁπλῶς τὰ ῥήματα ἔλεγεν ὡς οἱ πολλοί, ἀλλὰ πρῶτον αὐτὰ ἔδειξε πράγματι καὶ οὕτω θαρρῶν εἶπε τῷ θεῷ· 〈Τὰ ῥήματά μου ἐνώτισαι, κύριε.〉 Εἶπον· 〈Οὐ παροικήσει σοι πονηρευόμενος.〉 Διὰ τί; Ἐπειδὴ ἀγαθὸς τῇ ὁράσει κυρίου πέφηνα· διὸ καὶ 〈ἐκκλίνοντος ἀπ᾽ ἐμοῦ τοῦ πονηροῦ οὐκ ἐγίνωσκον.〉 Εἶπον· 〈Οὐ διαμενοῦσι παράνομοι κατέναντι τῶν ὀφθαλμῶν σου.〉 Καὶ διὰ τί τοῦτο εἰπεῖν ἐθάρρησας; Ἐπειδὴ 〈παρανόμους ἐμίσησα, τὸν δὲ νόμον σου ἠγάπησα·〉 ὁ δὲ παρανομοῦντας μισῶν οὐκ ἂν παρανομίαις συνεργήσῃ ποτέ. Εἶπον· 〈Ἐμίσησας πάντας τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν.〉 Τί οὖν; Αὐτὸς οὐκ ἠνόμησας;
Μετάφραση
Ομιλία Ε' στον ίδιο (Ε') ψαλμό, άλλως. «Τα λόγια μου άκουσε, Κύριε.» Ποια λόγια, προφήτη; Διότι ο μεν Θεός τα γνωρίζει και πριν τα σκεφτείς. Δίδαξε λοιπόν εμάς ποια λόγια πρόσφερες στον Θεό για ικεσία, ώστε να τα χρησιμοποιήσουμε και εμείς. Ποια λόγια; Άκουσε αυτά που βρίσκονται στον προκείμενο ψαλμό, τα οποία, λέγοντάς τα στον Θεό, και τον ίδιο ικετεύω και τον εαυτό μου συνετίζω και αυτούς που με ακούν νουθετώ. Είπα προχωρώντας παρακάτω: «Διότι εσύ δεν είσαι Θεός που θέλει την ανομία». Και γιατί το είπες αυτό; Επειδή «την ανομία μίσησα και βδελύχθηκα». Διότι δεν έλεγε απλώς τα λόγια όπως οι πολλοί, αλλά πρώτα τα απέδειξε έμπρακτα και έτσι, έχοντας θάρρος, είπε στον Θεό: «Τα λόγια μου άκουσε, Κύριε». Είπα: «Δεν θα κατοικήσει μαζί σου ο πονηρός». Γιατί; Επειδή αποδείχθηκα αγαθός ενώπιον του Κυρίου· γι' αυτό και «όταν απομακρυνόταν από εμένα ο πονηρός, δεν τον γνώριζα». Είπα: «Δεν θα σταθούν οι παράνομοι μπροστά στα μάτια σου». Και γιατί πήρες το θάρρος να το πεις αυτό; Επειδή «τους παράνομους μίσησα, ενώ τον νόμο σου αγάπησα»· και αυτός που μισεί αυτούς που παρανομούν δεν θα συνεργούσε ποτέ σε παρανομίες. Είπα: «Μίσησας όλους αυτούς που εργάζονται την ανομία». Τι λοιπόν; Εσύ ο ίδιος δεν ανόμησες;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες