Ταῦτα, ἀδελφοί, πρὸς νουθεσίαν γέγραπται, ἵνα καὶ ἡμεῖς, ὅταν ἁμαρτήσωμεν, ἑαυτῶν γενώμεθα κατήγοροι καὶ ἔλεγχοι, κριταὶ καὶ μαστικταί, ἵνα δυνηθῶμεν διαφυγεῖν τὴν αἰώνιον ὀργήν. 〈Ἕως πότε ὑψωθήσεται ὁ ἐχθρός μου ἐπ᾽ ἐμέ;〉 Ἀρκεῖ αὐτῷ ὅτι ἅπαξ ὑψώθη ἐκεῖνος· ἐμοῦ τῇ ἁμαρτίᾳ ταπεινωθέντος, ἵνα τί πάλιν κατ᾽ ἐμοῦ ὑψοῦται, θεὸν ἱκετεύοντος καὶ μηδὲν ἀνύοντος; Ἵνα οὖν ταπεινωθῇ ὁ ἐχθρὸς διάβολος καὶ πᾶς ὁ τούτου κοινωνός, 〈ἐπίβλεψον, εἰσάκουσόν μου, κύριε ὁ θεός μου.〉 Καὶ διὰ τί πρῶτον λέγει 〈ἐπίβλεψον〉 καὶ οὕτως 〈εἰσάκουσον;〉 Ἵνα πρῶτον θεάσηται τὰ κατορθώματα καὶ οὕτω παράσχῃ τὰ αἰτήματα. Ὁ οὖν ἁμαρτίαις κατεσπιλωμένος καὶ παρανομίαις ἐρρυπωμένος μὴ τολμάτω λέγειν τῷ θεῷ· 〈Ἐπίβλεψον,〉 ἀλλὰ παρακαλείτω· 〈Ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου. Φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου.〉 Τῶν δύο χρεία τῷ ἀνθρώπῳ, καὶ φωτὸς ἀνατέλλοντος καὶ ὀφθαλμοῦ ὑγιαίνοντος. Τί γὰρ ὠφελεῖται ὁ τυφλὸς ἡλίου ἀνατέλλοντος;
Μετάφραση
Αυτά, αδελφοί, έχουν γραφτεί για νουθεσία, ώστε και εμείς, όταν αμαρτήσουμε, να γίνουμε κατήγοροι και ελεγκτές, κριτές και τιμωροί του εαυτού μας, για να μπορέσουμε να διαφύγουμε την αιώνια οργή. «Έως πότε θα υψώνεται ο εχθρός μου εναντίον μου;» Του αρκεί ότι υψώθηκε εκείνος μία φορά· αφού εγώ ταπεινώθηκα με την αμαρτία, γιατί υψώνεται πάλι εναντίον μου, ενώ εγώ ικετεύω τον Θεό και δεν επιτυγχάνω τίποτα; Για να ταπεινωθεί λοιπόν ο εχθρός διάβολος και κάθε συμμέτοχός του: «επίβλεψε, εισάκουσέ με, Κύριε ο Θεός μου». Και γιατί λέει πρώτα «επίβλεψε» και έπειτα «εισάκουσε»; Για να δει πρώτα τα κατορθώματα και έπειτα να χορηγήσει τα αιτήματα. Εκείνος λοιπόν που είναι σπιλωμένος με αμαρτίες και μολυσμένος με παρανομίες ας μην τολμά να λέει στον Θεό: «Επίβλεψε», αλλά ας παρακαλεί: «Απόστρεψε το πρόσωπό σου από τις αμαρτίες μου. Φώτισε τους οφθαλμούς μου». Ο άνθρωπος έχει ανάγκη και από τα δύο, και από το φως που ανατέλλει και από τον οφθαλμό που είναι υγιής. Διότι τι ωφελείται ο τυφλός, όταν ανατέλλει ο ήλιος;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες