Ἵνα οὖν μὴ τοῦτο πάθῃ ὁ Δαυὶδ ὑπὸ πλειόνων κυκλούμενος καὶ ἐπὶ πολὺ πολεμούμενος, εἰς οἶκτον καὶ εὐσπλαγχνίαν διεγείρων τὸν δεσπότην ἐβόα· 〈Ἕως πότε, κύριε, ἐπιλήσῃ μου εἰς τέλος;〉 Καὶ ὅτι περιστερᾶς τρόπῳ ὁ Δαυὶδ φεύγειν τοὺς ἐχθροὺς καὶ σώζεσθαι ἔσπευδεν, ἄκουσον αὐτοῦ ἐν τῷ πεντηκοστῷ τετάρτῳ ψαλμῷ λέγοντος διὰ τὸν φόβον τὸν ἀπὸ τῶν ἐχθρῶν· 〈Ἡ καρδία μου ἐταράχθη ἐν ἐμοί, καὶ δειλία θανάτου ἔπεσεν ἐπ᾽ ἐμέ· φόβος καὶ τρόμος ἦλθεν ἐπ᾽ ἐμὲ καὶ ἐκάλυψέ με σκότος, καὶ εἶπα· Τίς δώσει μοι πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς καὶ πετασθήσομαι καὶ καταπαύσω;〉 Τίς δὲ καὶ ἡ ἐπιγραφή; 〈Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυίδ.〉 Πολὺ ἐναντία καὶ ξένη ἡ ἐπιγραφὴ τῇ ἀρχῇ τοῦ ψαλμοῦ. Εἰ γὰρ εὐθυμούντων παράκλησις ὁ ψαλμός, πῶς ἀθυμοῦντος καὶ ταλαιπωροῦντος λόγους εἰπὼν ἐν τῇ ἀρχῇ ὁ Δαυὶδ καὶ φήσας· 〈Ἕως πότε, κύριε, ἐπιλήσῃ μου εἰς τέλος;〉 καὶ τὰ ἑξῆς, ψαλμὸν ἐπέγραψε τὸν στεναγμόν; Ἀλλὰ προσέχετε· Εἰ μὲν γὰρ ἐπέγραψεν εἰς τὴν ἀρχήν· 〈Ψαλμὸς τῷ Δαυίδ,〉 ἑαυτῷ ἠναντιοῦτο ψαλμὸν εἰπὼν τὸν ὀδυρμόν. Εἰ δὲ εἶπεν· 〈Εἰς τὸ τέλος,〉 ἀνάγνωθι τὸ τέλος τοῦ ψαλμοῦ καὶ εὑρήσεις εὐθυμοῦντα καὶ ψάλλοντα τὸν Δαυὶδ ἐφ᾽ οἷς εὐηργέτηται. Τί γὰρ λέγει; 〈Ἀγαλλιάσεται ἡ καρδία μου ἐπὶ τῷ σωτηρίῳ σου· ᾄσω τῷ κυρίῳ τῷ εὐεργετήσαντί με καὶ ψαλῶ τῷ ὀνόματι κυρίου τοῦ ὑψίστου.
Μετάφραση
Για να μην πάθει λοιπόν αυτό ο Δαβίδ, περικυκλωμένος από πολλούς και πολεμούμενος για πολύ καιρό, προκαλώντας τον Δεσπότη σε έλεος και ευσπλαχνία, φώναζε δυνατά: «Έως πότε, Κύριε, θα με ξεχνάς ολοκληρωτικά;» Και για το ότι ο Δαβίδ με τρόπο όμοιο με του περιστεριού έσπευδε να αποφύγει τους εχθρούς και να σωθεί, άκουσέ τον στον πεντηκοστό τέταρτο ψαλμό να λέει για τον φόβο που προερχόταν από τους εχθρούς: «Η καρδιά μου ταράχθηκε μέσα μου, και δειλία θανάτου έπεσε επάνω μου, φόβος και τρόμος ήλθε επάνω μου και με κάλυψε σκοτάδι, και είπα: Ποιος θα μου δώσει φτερά σαν του περιστεριού για να πετάξω και να αναπαυθώ;» Ποια είναι δε και η επιγραφή; «Εις το τέλος, ψαλμός τω Δαυίδ». Πολύ αντίθετη και ξένη είναι η επιγραφή προς την αρχή του ψαλμού. Διότι, αν ο ψαλμός είναι παρηγοριά αυτών που ευθυμούν, πώς ο Δαβίδ, έχοντας πει στην αρχή λόγια ανθρώπου που αθυμεί και ταλαιπωρείται, λέγοντας: «Έως πότε, Κύριε, θα με ξεχνάς ολοκληρωτικά;» και τα εξής, έδωσε την επιγραφή ψαλμός στον στεναγμό του; Αλλά προσέξτε: Διότι αν μεν έδινε την επιγραφή στην αρχή: «Ψαλμός τω Δαυίδ», θα ερχόταν σε αντίθεση με τον εαυτό του ονομάζοντας τον οδυρμό ψαλμό. Αν όμως είπε: «Εις το τέλος», διάβασε το τέλος του ψαλμού και θα βρεις τον Δαβίδ να ευθυμεί και να ψάλλει για όσα ευεργετήθηκε. Διότι τι λέει; «Θα αγαλλιάσει η καρδιά μου για τη σωτηρία σου, θα ψάλω στον Κύριο που με ευεργέτησε και θα ψάλω στο όνομα του Κυρίου του Υψίστου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες