Διὸ ἐπάγει· <Ὅτι ὡσεὶ χόρτος ταχὺ ἀποξηρανθήσονται.> (A f. 191 b) Παραινεῖ φεύγειν πονηρίαν, ἔκπτωσιν εἷναι παντὸς ἀγαθοῦ, ταύτης ὑπογράφων τὸ τέλος. Τί δὲ οὕτως εὐμάραντον ὡς χόρτος ἀγροῦ, καὶ λαχάνου φύσις; Βραχὺ γάρ πως ἀνθήσαντα τὰ τοιάδε μαραίνεται. Οὕτω πού φησι περὶ τῶν ἐν κόσμῳ λαμπρῶν· Γενηθήτωσαν ὡσεὶ χόρτος δωμάτων· οἱ γὰρ ἐν δώμασι τικτόμενοι τῶν χόρτων, ῥίζαν οὐκ ἔχοντες, ἄκαρποί τέ εἰσι καὶ πρὸς μαρασμὸν ἑτοιμότεροι διὰ τοῦτο. —Οὐ δεῖ τοίνυν ταῦτα ζηλοῦν, ὧν τὰ μὲν ἐπ᾽ ἀτιμίᾳ ῥίπτεται, τὰ δὲ πυρὶ παραδίδοται, τῆς ἀκμῆς τῆς προσκαίρου παυσάμενα, ὡς τὰ τῆς χλόης λάχανα, ἃ τὴν χρῆσιν ἐν τῷ χλοάζειν ἔχουσι· τούτοις γὰρ ἡ τῶν ἀνθρώπων εὐπραγία, διὰ τὸ σαθρὸν καὶ πρόσκαιρον ἔοικε· καὶ ὅτι πῦρ αὐτὴν τὸ τῆς γεέννης ἐκδέχεται. Ἁγιοπρεπὲς δὲ ζηλοῦν ἐκείνους, οἷς ἂν ἕποιτο διηνεκὴς ἡ παρὰ Θεοῦ δόξα τῇ τῶν ἀνδραγαθημάτων φιλονεικοῦσα λαμπρότητι. <Ἔλπισον ἐπὶ Κύριον, καὶ ποίει χρηστότητα, καὶ κατασκήνου τὴν γῆν.> (A f. 191 b, B f. 125 b, C f. 76 b) Τουτέστιν Ἀγάπησον τὸ εὐδοκιμεῖν, δίψησον τῶν ἱερῶν χαρισμάτων τὴν κτῆσιν, ἀγάπησον τὰ τοῖς ἁγίοις τετηρημένα καὶ παρὰ Θεῷ τεθησαυρισμένα.
Μετάφραση
Γι' αυτό προσθέτει: «Διότι σαν το χορτάρι γρήγορα θα ξεραθούν». (A f. 191 b) Προτρέπει να αποφεύγουμε την πονηρία, διότι αποτελεί έκπτωση από κάθε αγαθό, περιγράφοντας το τέλος της. Και τι μαραίνεται τόσο εύκολα όσο το χορτάρι του αγρού και η φύση του λαχάνου; Διότι αυτά, αφού ανθίσουν για λίγο, μαραίνονται. Έτσι κάπου λέει για τους λαμπρούς στον κόσμο: Ας γίνουν σαν το χορτάρι των δωμάτων· διότι τα χόρτα που φυτρώνουν στις στέγες, επειδή δεν έχουν ρίζα, είναι άκαρπα και γι' αυτό πιο έτοιμα να μαραθούν. —Δεν πρέπει λοιπόν να τα ζηλεύουμε αυτά, από τα οποία άλλα πετιούνται με ατιμία και άλλα παραδίδονται στη φωτιά, αφού παύσει η πρόσκαιρη ακμή τους, όπως τα χλωρά βότανα, τα οποία είναι χρήσιμα μόνο όσο πρασινίζουν· διότι σε αυτά μοιάζει η ευημερία των ανθρώπων, εξαιτίας του σαθρού και πρόσκαιρου χαρακτήρα της, και επειδή την περιμένει το πυρ της γέεννας. Είναι όμως αγιοπρεπές να ζηλεύουμε εκείνους, τους οποίους ακολουθεί η διαρκής δόξα από τον Θεό, η οποία συναγωνίζεται τη λαμπρότητα των ανδραγαθημάτων. «Έλπισε στον Κύριο και πράττε την αγαθότητα, και κατασκήνωσε στη γη». (A f. 191 b, B f. 125 b, C f. 76 b) Δηλαδή: Αγάπησε την ευδοκίμηση, δίψασε για την απόκτηση των ιερών χαρισμάτων, αγάπησε αυτά που είναι φυλαγμένα για τους αγίους και τεθησαυρισμένα κοντά στον Θεό.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες