Ϛʹ. Δεινὸν ἀφορία γῆς, καὶ καρπῶν ἀπώλεια· πῶς δὲ οὒ, ἤδη ταῖς ἐλπίσιν εὐφραινόντων, καὶ ταῖς ἀποθήκαις πλησιαζόντων; Καὶ δεινὸν ἄωρος θερισμὸς, καὶ γεωργοὶ τοῖς πόνοις ἐπιστυγνάζοντες, καὶ οἷον νεκροῖς παρακαθήμενοι τοῖς γεννήμασιν, ἃ ὑπετὸς ἐξέθρεψεν ἥμερος, καὶ ἄγριος ἐξεθέρισεν· ὧν οὐκ ἐπλήρωσε τὴν χεῖρα αὐτοῦ ὁ θερίζων, καὶ τὸν κόλπον αὐτοῦ ὁ τὰ δράγματα συλλέγων· οὐδὲ τῆς εὐλογίας ἐπ᾽ αὐτοῖς ἔτυχεν, ἣν χαρίζονται γεωργοῖς οἱ παράγοντες.
Μετάφραση
ΣΤ΄. Φοβερό πράγμα είναι η ακαρπία της γης και η απώλεια των καρπών· και πώς να μην είναι, όταν αυτοί ήδη έδιναν χαρά με τις ελπίδες και πλησίαζαν στις αποθήκες; Φοβερό πράγμα είναι και ο παράκαιρος θερισμός, και το να σκυθρωπάζουν οι γεωργοί για τους κόπους τους και να κάθονται δίπλα στα γεννήματά τους σαν να παρακάθονται σε νεκρούς, γεννήματα τα οποία εξέθρεψε μια ήπια βροχή και τα θέρισε μια άγρια· από τα οποία δεν γέμισε το χέρι του ο θεριστής, ούτε την αγκαλιά του εκείνος που συλλέγει τα δεμάτια· ούτε έλαβε γι' αυτά την ευλογία, την οποία απευθύνουν στους γεωργούς οι διαβάτες.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες