Ὢγ γὰρ διάφραξις ἑρμηνεύεται. αὐτὸς δὲ βασιλεὺς αἰσχύνης. Βασὰν γὰρ αἰσχύνη ἑρμηνεύεται. καὶ ἔδωκεν Ἐλευθερώσας τὴν γῆν ἀπὸ τῶν [ἐθνῶν καὶ ἀπὸ τῶν] δαιμόνων ἔδωκε τοῖς πιστοῖς εἰς κατάσχεσιν [τὴν στάσιν καὶ τὴν παρρησίαν, ἣν εἶχον ἐν τῷ οὐρανῷ οἱ δαίμονες, ἔδωκε τοῖς πιστοῖς ὁ θεός], ὡς τῶν ἐθνῶν τὴν γῆν τῷ λαῷ τῶν Ἑβραίων τότε. κληρονομίαν Τῷ πιστῷ λαῷ· αὐτοὶ γὰρ Ἰσραὴλ κατὰ ἀλήθειαν ὡς ὁρῶν ἀεὶ τὸν θεόν. κύριε Οὔτε γὰρ τὸ λέγεσθαι χριστιανοὺς ἐκλείψει εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλ’ ἔσται εἰς μνημόσυνον γενεαῖς γενεῶν. οἰκτείρει Ἐν ἐκείνῃ γὰρ τῇ ἡμέρᾳ τῇ φοβερᾷ τότε πάντα τὸν λαὸν διακρινεῖ μάλιστα τὸν πιστόν. καὶ ἐπὶ τοῖς δούλοις Ἐπὶ τοῖς δικαίοις τότε εὔδηλον· αὐτοὺς γὰρ τότε παρακαλεῖ ταῖς ἀμοιβαῖς. τὰ εἴδωλα Τότε γὰρ πάντες γνώσονται περὶ τῶν εἰδώλων, ὅτι εἰσὶ μάταια, χωνευτὰ ὑπὸ ἀνθρώπων γενόμενα. στόμα Πῶς γὰρ τὰ ἄψυχα (τὸ ἄψυχον) λαλεῖν δύνανται; οὕτως δὲ τότε οἱ ἁμαρτωλοὶ καταδικαζόμενοι λαλεῖν (λαλῆσαι) οὐ δύνανται. ὀφθαλμούς Ὁ γὰρ νεκρὸς καὶ ἀναίσθητος ὁρᾶν οὐ δύναται· τοιοῦτοι δέ εἰσιν οἱ τὸν θεὸν μὴ γινώσκοντες. ὦτα Οἱ γὰρ αἴσθησιν μὴ ἔχοντες [δεξάμενοι] πῶς ἀκούουσι (ἐνωτισθήσονται); καθάπερ οἱ Ἰουδαῖοι τὸ ὠτίον ἀνήκοον ἔχουσι περὶ Χριστοῦ. οὐδὲ γάρ ἐστιν Περὶ τῶν εἰδώλων ὁ λόγος, ἀλλ’ οὐδὲ παρὰ Ἰουδαίοις καὶ (ἢ) Ἕλλησι (παρὰ ἀσεβέσι καὶ αἱρετικοῖς) πνεῦμα ἅγιον λαλεῖ.
Μετάφραση
Διότι Ωγ ερμηνεύεται διαχωριστικό φράγμα. Ο ίδιος δε είναι βασιλιάς της αισχύνης. Διότι Βασάν ερμηνεύεται αισχύνη. Και έδωσε. Αφού ελευθέρωσε τη γη από τα [έθνη και από τους] δαίμονες, την έδωσε στους πιστούς ως κατάσχεση [τη στάση και την παρρησία, την οποία είχαν στον ουρανό οι δαίμονες, την έδωσε στους πιστούς ο Θεός], όπως τότε τη γη των εθνών στον λαό των Εβραίων. Κληρονομιά. Στον πιστό λαό· διότι αυτοί είναι αληθινά ο Ισραήλ, επειδή βλέπουν πάντοτε τον Θεό. Κύριε. Διότι το να ονομάζονται Χριστιανοί δεν θα εκλείψει ποτέ στον αιώνα, αλλά θα παραμείνει ως μνημόσυνο σε γενεές γενεών. Οικτείρει. Διότι κατά την φοβερή εκείνη ημέρα θα κρίνει τότε ολόκληρο τον λαό, προπάντων τον πιστό. Και στους δούλους του. Στους δικαίους τότε είναι ολοφάνερο· διότι αυτούς τότε θα παρηγορήσει με τις ανταμοιβές. Τα είδωλα. Διότι τότε θα γνωρίσουν όλοι για τα είδωλα, ότι είναι μάταια, χυτά κατασκευάσματα των ανθρώπων. Στόμα. Διότι πώς είναι δυνατόν τα άψυχα (το άψυχο) να λαλούν; Ομοίως και τότε οι αμαρτωλοί καταδικαζόμενοι δεν θα μπορούν να λαλούν (να λαλήσουν). Οφθαλμούς. Διότι ο νεκρός και αναίσθητος δεν μπορεί να βλέπει· τέτοιοι δε είναι αυτοί που δεν γνωρίζουν τον Θεό. Ώτα. Διότι οι μη έχοντες [δεχόμενοι] αίσθηση πώς ακούνε (θα ενωτισθούν); Όπως ακριβώς οι Ιουδαίοι έχουν το αυτί ανήκοο [κλειστό] περί του Χριστού. Ούτε γαρ έστι. Περί των ειδώλων είναι ο λόγος, αλλά ούτε στους Ιουδαίους και (ή) τους Έλληνες (στους ασεβείς και τους αιρετικούς) λαλεί το Πνεύμα το Άγιο.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες