Οὕτω καὶ ὁ εἰς τὰ ἐπικίνδυνα πελάγη εὐπλοήσας καὶ τὴν ποθουμένην πόλιν ἀλύπως καταλαβών, οὐ τοῖς ἀνέμοις προσκυνεῖ, ἀλλὰ τῷ θεῷ εὐχαριστεῖ, 〈τῷ ἐξάγοντι ἀνέμους ἐκ θησαυρῶν αὐτοῦ.〉 Ἐπεὶ οὖν, ὅτε ὁ Χουσὶ τῷ Ἀβεσσαλὼμ διελέγετο, τότε ταῦτα ὁ Δαυὶδ τῷ θεῷ προσηύχετο, καὶ ἅπερ πρὸ τῆς νίκης ἔψαλλε, ταῦτα μετὰ τὴν νίκην ἐπινίκιον ᾠδὴν τῷ νικοποιῷ ἀνέθηκε, διὰ τοῦτο 〈Ψαλμὸς τῷ Δαυίδ, ὃν ᾖσεν τῷ κυρίῳ.〉 Εἰ 〈ψαλμός,〉 πῶς 〈ὃν ᾖσεν τῷ κυρίῳ;〉 Εἰ γὰρ ψαλμός, πάντως ἐχρῆν εἰπεῖν, ὃν ἔψαλλεν· εἰ δὲ ᾠδὴ ἦν, τότε 〈ὃν ᾖσεν〉 ἥρμοζεν. Ἀλλ᾽ οὐδὲν ἀμφίβολον ἢ ἐναντίον ἐν τῇ θείᾳ γραφῇ· τοῦ γὰρ πατρός εἰσιν ὅροι, τοῦ δὲ θεοῦ λόγου νόμοι, καὶ τοῦ ἁγίου πνεύματος λόγοι. Ὅτε ἔπεμψεν ὁ Δαυὶδ τὸν Χουσὶ πρὸς τὸν Ἀβεσσαλώμ, ὑπὲρ τῶν λόγων αὐτοῦ προσηύχετο, ψάλλων καὶ λέγων· 〈Κύριε ὁ θεός μου, ἐπὶ σοὶ ἤλπισα, σῶσόν με.〉 Ὅτε ἔψαλλε καὶ ψάλλων ἐνίκησεν, ὡς τὸν δαίμονά ποτε, οὕτως αὖθις τὸν Ἀβεσσαλώμ, τότε ἀναμιμνησκόμενος τῆς δυνάμεως τοῦ ψαλμοῦ, αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν ψαλμὸν μετὰ τὴν νίκην ἐπινίκιον ᾠδὴν ἀνέπεμψεν.
Μετάφραση
Έτσι και αυτός που ταξίδεψε με καλό πλου σε επικίνδυνα πελάγη και έφτασε στην ποθητή πόλη αβλαβώς, δεν προσκυνά τους ανέμους, αλλά ευχαριστεί τον Θεό, «εκείνον που εξάγει ανέμους από τους θησαυρούς του». Επειδή λοιπόν, όταν ο Χουσί συνομιλούσε με τον Αβεσσαλώμ, τότε αυτά προσευχόταν ο Δαβίδ στον Θεό, και όσα έψαλλε πριν από τη νίκη, αυτά αφιέρωσε μετά τη νίκη ως επινίκια ωδή στον νικοποιό, γι' αυτό [γράφεται] «Ψαλμός του Δαβίδ, τον οποίο μελώδησε στον Κύριο». Αν είναι «ψαλμός», πώς [λέει] «τον οποίο μελώδησε στον Κύριο»; Διότι αν είναι ψαλμός, θα έπρεπε οπωσδήποτε να πει, «τον οποίο έψαλε»· αν όμως ήταν ωδή, τότε θα ταίριαζε το «τον οποίο μελώδησε». Αλλά δεν υπάρχει τίποτα το αμφίβολο ή το αντιφατικό στη θεία Γραφή· διότι [αυτά] είναι όροι του Πατρός, νόμοι του Θεού Λόγου, και λόγια του Αγίου Πνεύματος. Όταν έστειλε ο Δαβίδ τον Χουσί στον Αβεσσαλώμ, προσευχόταν για τα λόγια του, ψάλλοντας και λέγοντας: «Κύριε ο Θεός μου, σε σένα ήλπισα, σώσε με». Όταν έψαλλε και ψάλλοντας νίκησε, όπως ακριβώς κάποτε τον δαίμονα έτσι πάλι και τον Αβεσσαλώμ, τότε αναμιμνησκόμενος τη δύναμη του ψαλμού, ανέπεμψε αυτόν ακριβώς τον ψαλμό μετά τη νίκη ως επινίκια ωδή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες