Νὺξ μὲν γὰρ ἤδη ἦν, καὶ τοῦ λαοῦ τινες ἐπαννύχιζον προσδοκωμένης συνάξεως· ὁ δὲ στρατηλάτης Συριανὸς ἐξαίφνης ἐπέστη μετὰ στρατιωτῶν πλεῖον πεντακισχιλίων ἐχόντων ὅπλα καὶ ξίφη γυμνὰ καὶ τόξα καὶ βέλη καὶ ῥόπαλα, καθὰ καὶ πρότερον εἴρηται. Καὶ τὴν μὲν ἐκκλησίαν αὐτὸς περιεκύκλωσε στήσας τοὺς στρατιώτας σύνεγγυς, ὡς μὴ δύνασθαί τινας ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας ἐξελθόντας παρελθεῖν αὐτούς. Ἐγὼ δὲ ἄλογον ἡγούμενος ἐν τοσαύτῃ συγχύσει καταλεῖψαι τοὺς λαοὺς καὶ μὴ μᾶλλον προκινδυνεύειν αὐτῶν, καθεσθεὶς ἐπὶ τοῦ θρόνου, προέτρεπον τὸν μὲν διάκονον ἀναγινώσκειν ψαλμόν, τοὺς δὲ λαοὺς ὑπακούειν· «ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ» καὶ πάντας οὕτως ἀναχωρεῖν καὶ εἰς τοὺς οἴκους ἀπιέναι. Ἀλλὰ τοῦ στρατηλάτου βίᾳ λοιπὸν ἐπεισελθόντος, καὶ τῶν στρατιωτῶν περιλαβόντων τὸ ἱερατεῖον ἕνεκα τοῦ συλλαβεῖν ἡμᾶς, οἱ μὲν εὑρεθέντες ἐκεῖ κληρικοὶ καὶ οἱ ἀπὸ τῶν λαῶν ἐβόων, ἠξίουν ἀναχωρεῖν ἤδη καὶ ἡμᾶς· ἐγὼ δὲ μᾶλλον ἀντέλεγον, μὴ πρότερον ἀναχωρήσειν εἰ μὴ πάντες καθ’ ἕκαστον ὑπεξέλθοιεν. Ἀναστὰς γοῦν καὶ προστάξας εὐχὴν οὕτως ἀντηξίουν ἀπιέναι πρότερον τοὺς πάντας, «βέλτιον εἶναι, λέγων, ἐμὲ κινδυνεύειν ἢ βλαβῆναί τινας ἐξ ὑμῶν».
Μετάφραση
Ήταν πλέον νύχτα, και κάποιοι από τους πιστούς αγρυπνούσαν εν αναμονή της συνάξεως· ο στρατηλάτης Συριανός, όμως, εμφανίστηκε ξαφνικά με περισσότερους από πέντε χιλιάδες στρατιώτες, οι οποίοι έφεραν όπλα, γυμνά ξίφη, τόξα, βέλη και ρόπαλα, όπως έχει ήδη αναφερθεί προηγουμένως. Εκείνος περικύκλωσε τον ναό, τοποθετώντας τους στρατιώτες σε κοντινή απόσταση, ώστε να μην μπορεί κανείς από όσους έβγαιναν από την εκκλησία να τους ξεφύγει. Εγώ, ωστόσο, θεωρώντας παράλογο μέσα σε τόση σύγχυση να εγκαταλείψω τον λαό και να μην εκτεθώ ο ίδιος στον κίνδυνο για χάρη του, κάθισα στον θρόνο και προέτρεψα τον διάκονο να αναγινώσκει έναν ψαλμό, και τον λαό να αποκρίνεται: «ότι εις τον αιώνα το έλεος αυτού», και έπειτα να αναχωρούν όλοι με αυτόν τον τρόπο και να επιστρέφουν στις οικίες τους. Όμως, καθώς ο στρατηλάτης εισέβαλε πλέον με τη βία και οι στρατιώτες περικύκλωσαν το ιερό για να μας συλλάβουν, οι κληρικοί που βρίσκονταν εκεί και ορισμένοι από τον λαό φώναζαν, παρακαλώντας να αναχωρήσουμε αμέσως κι εμείς. Εγώ, εντούτοις, αρνιόμουν, τονίζοντας ότι δεν πρόκειται να αναχωρήσω προτού αποχωρήσουν όλοι ένας προς έναν. Αφού σηκώθηκα, λοιπόν, και έδωσα εντολή να γίνει προσευχή, ζήτησα με τη σειρά μου να αποχωρήσουν πρώτα όλοι οι άλλοι, λέγοντας: «Είναι προτιμότερο να κινδυνεύσω εγώ, παρά να πάθει κακό κάποιος από εσάς».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες