Οὐχὶ ἀπεβλήθης τῆς πόλεως; Οὐκ ἀπώλεσας τὸν ναόν; Οὐ διεσπάρης πανταχῇ; Οὐ Ῥωμαίοις δουλεύεις; Οὐχί, ἀφ᾽ οὗ κατὰ τοῦ πρώτου κληρονόμου τὰς χεῖρας ἥπλωσας, ἀπεβλήθης τῆς κληρονομίας; Σὺ ἐν τῇ ἀρχῇ ἐκληρονόμησας τὴν ἀλλοτρίαν· 〈Τῷ πατάξαντι βασιλεῖς κραταιοὺς καὶ δόντι τὴν γῆν αὐτῶν κληρονομίαν, κληρονομίαν Ἰσραὴλ τῷ δούλῳ αὐτοῦ.〉 Τὰ ἔθνη εἰς τὸ τέλος ἐκληρονόμησαν οὐρανῶν βασιλείαν. 〈Δεῦτε, οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡ τοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου.〉 Σὺ θυγάτηρ Βαβυλῶνος ἤκουσας· 〈Θύγατερ Βαβυλῶνος ἡ ταλαίπωρος.〉 Καὶ ἡ ἐθνικὴ ἀντί σου θυγάτηρ τοῦ θεοῦ ἐγένετο· 〈Ἄκουσον, θύγατερ, καὶ ἴδε καὶ κλῖνον τὸ οὖς σου.
Μετάφραση
Δεν αποβλήθηκες από την πόλη; Δεν έχασες τον ναό; Δεν διασκορπίστηκες παντού; Δεν υποδουλώθηκες στους Ρωμαίους; Δεν αποβλήθηκες από την κληρονομία, αφότου άπλωσες τα χέρια σου εναντίον του πρώτου κληρονόμου; Εσύ στην αρχή κληρονόμησες την ξένη γη: «Σε αυτόν που πάταξε βασιλείς ισχυρούς και έδωσε τη γη τους ως κληρονομία, κληρονομία στον Ισραήλ τον δούλο του». Τα έθνη στο τέλος κληρονόμησαν τη βασιλεία των ουρανών: «Ελάτε, οι ευλογημένοι του Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που έχει ετοιμαστεί για εσάς από την καταβολή του κόσμου». Εσύ αποκαλέστηκες θυγατέρα της Βαβυλώνας: «Θυγατέρα της Βαβυλώνας, η ταλαίπωρη». Και η προερχόμενη από τα έθνη, αντί για εσένα, έγινε θυγατέρα του Θεού: «Άκουσε, θυγατέρα, και δες και κλίνε το αυτί σου».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες