Τῷ Δαυίδ· τῷ Χριστῷ εὐχαριστία τῶν ὄντων ἐν τῇ αἰχμαλωσίᾳ. ἐπὶ τῶν ποταμῶν Τότε μὲν ὁ λαὸς ἐν Βαβυλῶνι τῇ αἰσθητῇ, νοεῖται δὲ ὁ ἄνθρωπος ὡς πλανηθεὶς ἐπὶ τὸν ποταμὸν (τῶν ποταμῶν) τῆς συγχύσεως. Βαβυλὼν γὰρ σύγχυσις ἑρμηνεύεται· ποταμὸς δὲ τὰ ῥεύματα τῆς ἁμαρτίας· ἐκεῖ γὰρ καθεζόμενος ὁ ἄνθρωπος ἔκλαιεν. ἐν τῷ μνησθῆναι Εἰς ὑπόμνησιν γὰρ τῆς ἐκκλησίας ἤρχετο ὁ λαὸς ὁ ἐξ ἐθνῶν καὶ ἔκλαιεν. ἐπὶ ταῖς ἰτέαις Τότε μὲν ἐν τοῖς δένδροις τοῦ ποταμοῦ ὁ λαὸς ἐκρέμασε (ἐκρέμνων) τὰ σκεύη αὐτῶν. ἦν δὲ τύπος τοῦ νέου λαοῦ καὶ τῆς ἐκκλησίας. ἕκαστος γὰρ τῶν πιστῶν ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Χριστοῦ καὶ τοὺς λογισμοὺς καὶ τὰς ἐνθυμήσεις ἀποκρεμῶσιν [τουτέστι ἐπιρρίπτουσιν], ὅ ἐστιν ἰτέα, ξύλον ὠφέλιμον. ὅτι ἐκεῖ Τότε οἱ Βαβυλώνιοι ἐμπαίζοντες τῷ λαῷ ἔλεγον· εἴπατε ἡμῖν ἐκ τῶν ψαλμῶν, ὧν ἐλέγετε ἐν τῇ Σιών. καὶ οἱ ἀπαγαγόντες Οἱ αἰχμαλωτεύσαντες αὐτοὺς ἐβούλοντο ἀκοῦσαι ὑμνούντων τῶν Ἰουδαίων, ὡς καὶ οἱ δαίμονες ὠνείδιζον τὸν ἄνθρωπον λέγοντες· ποῦ ἐστιν ὁ θεός σου; ὑμνήσατε Ἦν δὲ προφητεία τοῦ νέου λαοῦ καὶ τῆς ἐκκλησίας. πῶς ᾄσωμεν Ἐλογίζετο γὰρ ὁ λαός, ὅτι πῶς τὰ ἅγια ἐν τῇ γῇ τῶν ἀσεβῶν λαλήσομεν; ἐὰν ἐπιλάθωμαι Ἀναζητῶν τὴν ἐκκλησίαν ὁ θεός, τουτέστιν οὐ μὴ σοῦ ἐπιλάθωμαι. κολληθείη Λαλήσω, φησὶν ὁ θεός, τῇ ἐκκλησίᾳ περὶ σοῦ εἰς ἀγαθὸν τοῦ ἐκλέξασθαί σε.
Μετάφραση
Στον Δαβίδ: ευχαριστία προς τον Χριστό αυτών που βρίσκονται στην αιχμαλωσία. «Επί των ποταμών»: Τότε μεν ο λαός βρισκόταν στην αισθητή Βαβυλώνα, αλλά νοείται και ο άνθρωπος ως πλανηθείς στον ποταμό της σύγχυσης. Διότι Βαβυλώνα ερμηνεύεται σύγχυση, και ποταμός είναι τα ρεύματα της αμαρτίας· εκεί δηλαδή καθήμενος ο άνθρωπος έκλαιγε. «Εν τω μνησθήναι»: Διότι ο λαός που προερχόταν από τα έθνη έφερνε στη μνήμη του την εκκλησία και έκλαιγε. «Επί ταις ιτέαις»: Τότε μεν στα δέντρα του ποταμού ο λαός κρέμασε τα όργανά του. Ήταν όμως και τύπος του νέου λαού και της εκκλησίας. Διότι ο καθένας από τους πιστούς στον σταυρό του Χριστού κρεμά (δηλαδή εναποθέτει) και τους λογισμούς και τις ενθυμήσεις του, ο οποίος σταυρός είναι ιτιά, ξύλο ωφέλιμο. «Ότι εκεί»: Τότε οι Βαβυλώνιοι, εμπαίζοντας τον λαό, έλεγαν: πείτε μας από τους ψαλμούς που λέγατε στη Σιών. «Και οι απαγαγόντες»: Αυτοί που τους αιχμαλώτισαν ήθελαν να ακούσουν τους Ιουδαίους να υμνούν, όπως και οι δαίμονες ονείδιζαν τον άνθρωπο λέγοντας: πού είναι ο Θεός σου; «Υμνήσατε»: Αποτελούσε δε προφητεία για τον νέο λαό και την εκκλησία. «Πώς άσωμεν»: Αναλογιζόταν δηλαδή ο λαός, πώς θα πούμε τα άγια λόγια στη γη των ασεβών; «Εάν επιλάθωμαι»: Αναζητώντας την εκκλησία ο Θεός, λέει δηλαδή: δεν θα σε ξεχάσω. «Κολληθείη»: Θα μιλήσω, λέει ο Θεός, στην εκκλησία για σένα για το καλό σου, ώστε να σε εκλέξει.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες