Εἰ δὲ οὐδὲν τοιοῦτον περὶ τὸν θεόν, πῶς αὐτῷ ὁ προφήτης κράζων διελέγετο; Ἀλλ᾽ ὁ ἐν ἄλλοις εἰπών· 〈Αὐτὸς γὰρ γινώσκει τὰ κρύφια τῆς καρδίας,〉 καὶ 〈Τὸ ἀκατέργαστόν μου εἶδον οἱ ὀφθαλμοί σου,〉 ᾔδει ὅτι κραυγῆς αἰσθητῆς ὁ θεὸς οὐκ ἔχρῃζε. Κραυγὴ δὲ δικαίου, ἡ παρρησία ἡ πρὸς θεόν· κραυγὴ δικαίου, πᾶν ἔργον ἐπαινετὸν ὅπερ αὐτῷ κράζουσιν οἱ τοῦτο θαυμάζοντες. Ἐπεὶ οὖν ὁ προφήτης πᾶσαν πρᾶξιν ἀγαθὴν ἐφόρει ὡς μίαν ἀρετήν, ταύτην ἐμφανίζων θεῷ τῷ προειδότι ἔλεγε· 〈Σύνες τῆς κραυγῆς μου.〉 Καὶ διὰ τί εἶπε· 〈Σύνες τῆς κραυγῆς μου;〉 Ἐπειδὴ ᾔδει πολλὰς καὶ διαφόρους κραυγὰς δικαίων καὶ ἁμαρτωλῶν, ἵνα τὴν αὑτοῦ κραυγὴν ὡς δικαίου καὶ φίλου καὶ τέκνου οἰκειώσηται καὶ ἐν ταῖς πολλαῖς κραυγαῖς τὴν τοῦ ἰδίου ἐπιγνῷ 〈ὁ θεός〉.
Μετάφραση
Αν όμως δεν συμβαίνει τίποτα τέτοιο με τον Θεό, πώς ο προφήτης του μιλούσε κραυγάζοντας; Αλλά αυτός που σε άλλα σημεία είπε: «Διότι αυτός γνωρίζει τα κρύφια της καρδιάς», και «Το ακατέργαστό μου είδαν οι οφθαλμοί σου», γνώριζε ότι ο Θεός δεν είχε ανάγκη από αισθητή κραυγή. Κραυγή δε του δικαίου είναι η παρρησία προς τον Θεό. Κραυγή του δικαίου είναι κάθε αξιέπαινο έργο για το οποίο κραυγάζουν σε αυτόν όσοι το θαυμάζουν. Επειδή λοιπόν ο προφήτης έφερε πάνω του κάθε αγαθή πράξη σαν μία αρετή, φανερώνοντάς την στον Θεό που τα προγνωρίζει όλα, έλεγε: «Κατανόησε την κραυγή μου». Και γιατί είπε: «Κατανόησε την κραυγή μου»; Επειδή γνώριζε ότι υπάρχουν πολλές και διάφορες κραυγές δικαίων και αμαρτωλών, ώστε ο Θεός να οικειωθεί τη δική του κραυγή ως κραυγή δικαίου και φίλου και τέκνου, και ανάμεσα στις πολλές κραυγές να αναγνωρίσει αυτήν του δικού του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες