Μωαβῖται δὲ καὶ Ἀμμανῖται, οἷς οὐδ᾽ ἐξῆν παριέναι εἰς Ἐκκλησίαν Κυρίου, τοῖς ἁγιωτάτοις ἡμῶν ἐμβατεύουσιν. Ἠνοίξαμεν δὲ πᾶσιν οὐ πύλας δικαιοσύνης, ἀλλὰ θύρας λοιδορίας τε καὶ τῆς κατ᾽ ἀλλήλων θρασύτητος· καὶ οὗτος ἄριστος ἡμῖν, οὐχ ὃς ἂν μηδὲ ῥῆμα πρόηται ἀργὸν φόβῳ Θεοῦ, ἀλλ᾽ ὃς ἂν τύχῃ πλεῖστα τὸν πλησίον εἰπὼν κακῶς, ἢ διαῤῥήδην, ἢ ἐν αἰνίγμασι· καὶ ὑπὸ τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ στρέφων κόπον καὶ πόνον, ἢ ἰὸν ἀσπίδων, εἰπεῖν οἰκειότερον.
Μετάφραση
Και οι Μωαβίτες και οι Αμμανίτες, στους οποίους δεν επιτρεπόταν ούτε καν να εισέλθουν στην Εκκλησία του Κυρίου, εισβάλλουν στα αγιότατά μας. Ανοίξαμε δε σε όλους, όχι πύλες δικαιοσύνης, αλλά θύρες λοιδορίας και θρασύτητας του ενός εναντίον του άλλου· και άριστος θεωρείται μεταξύ μας, όχι αυτός που από φόβο Θεού δεν ξεστομίζει ούτε έναν αργό λόγο, αλλά εκείνος που κακολογεί τα μέγιστα τον πλησίον του, είτε ξεκάθαρα είτε με υπαινιγμούς· και κρύβει κάτω από τη γλώσσα του κόπο και πόνο, ή, για να κυριολεκτήσουμε, δηλητήριο ασπίδων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες