Πολλὴν, φησὶν, ἔσχον τὴν εὐημερίαν· ἀλλ᾽ οὐ μέχρι τέλους αὐτοῖς στήσεται. Τοῦτο γὰρ ἐν ἄλλῳ ψαλμῷ ἐδίδαξεν εἰπών· Κατέβαλες αὐτοὺς ἐν τῷ ἐπαρθῆναι. Ἐμακάρισαν τὸν λαὸν ᾧ ταῦτά ἐστι· μακάριος ὁ λαὸς οὗ Κύριος ὁ Θεὸς αὐτοῦ. Οἱ μὴ ὀρθῶς κρίνοντες, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ φανταζόμενοι τὰ σαρκὸς, τὸ τούτων ἐν ἀπολαύσει γενέσθαι πολλῇ μακάριον εἶναι νομίζουσιν. Οὐκ ἔστι δὲ τοῦτο μακάριον· ἀλλὰ τὸ ἐπικαλεῖσθαι Κύριον τὸν Θεὸν αὐτοῦ.
Μετάφραση
Γνώρισαν, λέγει, μεγάλη ευημερία· αλλά αυτή δεν θα παραμείνει σε αυτούς μέχρι τέλους. Διότι αυτό το δίδαξε σε άλλον ψαλμό, λέγοντας: «Τους κατέβαλες όταν επάρθηκαν». Εμακάρισαν τον λαό που έχει αυτά τα αγαθά· μακάριος είναι ο λαός του οποίου ο Κύριος είναι ο Θεός του. Εκείνοι που δεν κρίνουν ορθά, αλλά φαντάζονται τα της σαρκός, νομίζουν ότι είναι μακαριότητα το να απολαμβάνει κανείς άφθονα αυτά τα πράγματα. Αυτό όμως δεν είναι μακαριότητα· αλλά το να επικαλείται κανείς τον Κύριο ως Θεό του.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες