Ὁ μὲν γὰρ Ἡσαΐας φησί· Θεὸς αἰώνιος, ὁ κατασκευάσας τὰ ἄκρα τῆς γῆς· ἡ δὲ Σουσάννα ἔλεγεν· Ὁ Θεὸς ὁ αἰώνιος· ὁ δὲ Βαροὺχ ἔγραφε· Κεκράξομαι πρὸς τὸν αἰώνιον ἐν ταῖς ἡμέραις μου· καὶ μετ᾽ ὀλίγα· Ἐγὼ γὰρ ἤλπισα ἐπὶ τῷ αἰωνίῳ τὴν σωτηρίαν ὑμῶν, καὶ ἦλθέ μοι χαρὰ παρὰ τοῦ ἁγίου. Ἐπειδὴ δὲ καὶ πρὸς Ἑβραίους γράφων ὁ Ἀπόστολός φησιν, Ὃς ὢν ἀπαύγασμα τῆς δόξης, καὶ χαρακτὴρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ· ψάλλει δὲ καὶ ὁ Δαβὶδ ἐν τῷ ὀγδοηκοστῷ ἐνάτῳ ψαλμῷ, Καὶ ἡ λαμπρότης Κυρίου ἔστω ἐφ᾽ ἡμᾶς, καὶ Ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς· τίς οὕτως ἐστὶν ἀνόητος, ὡς ἀμφιβάλλειν περὶ τοῦ ἀεὶ εἶναι τὸν Υἱόν; Πότε γάρ τις εἶδε φῶς χωρὶς τῆς τοῦ ἀπαυγάσματος λαμπρότητος, ἵνα καὶ περὶ τοῦ Υἱοῦ εἴπῃ, ἦν ποτε, ὅτε οὐκ ἦν, ἢ, ὅτι Πρὶν γεννηθῆναι οὐκ ἦν, Καὶ τὸ λεγόμενον δὲ ἐν τῷ ἑκατοστῷ τεσσαρακοστῷ τετάρτῳ ψαλμῷ πρὸς τὸν Υἱὸν, Ἡ βασιλεία σου βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων, οὐκ ἐπιτρέπει τινὰ κἂν τὸ τυχὸν διάστημα λογίσασθαι, ἐν ᾧ μὴ ὑπῆρχεν ὁ Λόγος.
Μετάφραση
Διότι ο μεν Ησαΐας λέγει: «Θεός αιώνιος, αυτός που κατασκεύασε τα άκρα της γης»· η δε Σωσάννα έλεγε: «Ο Θεός ο αιώνιος»· ο δε Βαρούχ έγραφε: «Θα κράξω προς τον αιώνιο στις ημέρες μου»· και λίγο μετά: «Διότι εγώ ήλπισα στον αιώνιο για τη σωτηρία σας, και μου ήλθε χαρά από τον Άγιο». Επειδή δε και γράφοντας προς τους Εβραίους ο Απόστολος λέγει: «Ο οποίος, όντας απαύγασμα της δόξας και χαρακτήρας της υποστάσεώς του»· ψάλλει δε και ο Δαβίδ στον ογδοηκοστό ένατο ψαλμό: «Και η λαμπρότητα του Κυρίου ας είναι επάνω μας», και: «Στο φως σου θα δούμε φως»· ποιος είναι τόσο ανόητος, ώστε να αμφιβάλλει για το ότι ο Υιός υπάρχει πάντοτε; Διότι πότε είδε κανείς φως χωρίς τη λαμπρότητα του απαυγάσματός του, ώστε να πει και για τον Υιό ότι «υπήρξε καιρός που δεν υπήρχε», ή ότι «πριν γεννηθεί δεν υπήρχε»; Και αυτό επίσης που λέγεται στον εκατοστό τεσσαρακοστό τέταρτο ψαλμό προς τον Υιό: «Η βασιλεία σου είναι βασιλεία όλων των αιώνων», δεν επιτρέπει σε κανέναν να συλλογιστεί ούτε το παραμικρό διάστημα, κατά το οποίο να μην υπήρχε ο Λόγος.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες