ΙϚʹ. Τοιγαροῦν, οὐ γὰρ ἀφέξομαι θείων φωνῶν θείαν ἐξηγούμενος δύναμιν, ἀγαλλιάσθω ἔρημος, καὶ ἀνθείτω ὡς κρίνον, ἡ χήρα χθὲς καὶ πρώην, ὥς γε ἐδόκει, καὶ ἄνανδρος Ἐκκλησία, καὶ πᾶς ὁ τῷ φθονερῷ καὶ ἀτερπεῖ χειμῶνι τῆς ἀσεβείας τέως συνεσταλμένος· ὅτι ἠλέησε Κύριος τὸν λαὸν αὐτοῦ, καὶ τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ οὐκ ἐγκαταλέλοιπεν· ὅτι ἐποίησε θαυμαστὰ πράγματα, βουλὴν ἀρχαίαν ἀληθινήν· ἡ δὲ ἦν, εὐδοκεῖν ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτὸν, καὶ τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ· ὅτι συνέτριψε πύλας χαλκᾶς, καὶ μοχλοὺς σιδηροῦς συνέθλασεν· ὅτι διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν ἐταπεινώθημεν, ἀλλ᾽ ἀνεκλήθημεν, καὶ, τῆς παγίδος συντριβείσης, ἐῤῥύσθημεν ἐν χάριτι τοῦ καλέσαντος ἡμᾶς, καὶ τοὺς ταπεινοὺς τῇ καρδίᾳ παρακαλοῦντος Θεοῦ.
Μετάφραση
ΙΣΤ΄. Γι' αυτό λοιπόν, επειδή δεν πρόκειται να παραλείψω τα θεία λόγια καθώς ερμηνεύω τη θεία δύναμη, ας αγαλλιάσει η έρημος και ας ανθίσει σαν κρίνο η Εκκλησία, που χθες και προχθές φαινόταν χήρα και δίχως νυμφίο, καθώς και καθένας που μέχρι τώρα βρισκόταν συρρικνωμένος από τον φθονερό και θλιβερό χειμώνα της ασέβειας· διότι ο Κύριος ελέησε τον λαό του και δεν εγκατέλειψε την κληρονομία του· διότι έκανε θαυμαστά έργα, εκπληρώνοντας βουλή αρχαία και αληθινή· η οποία ήταν να ευαρεστείται σε εκείνους που τον φοβούνται και σε όσους ελπίζουν στο έλεός του· διότι συνέτριψε χάλκινες πύλες και έσπασε σιδερένιους μοχλούς· διότι εξαιτίας των ανομιών μας ταπεινωθήκαμε, αλλά ανακληθήκαμε, και, αφού συντρίφθηκε η παγίδα, ελευθερωθήκαμε με τη χάρη του Θεού, ο οποίος μας κάλεσε και παρηγορεί τους ταπεινούς στην καρδιά.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες