In Psalmum XV, 4—5 Ἀστερ. 〈Τὸ Οὐ μὴ συναγάγω τὰς συναγωγὰς αὐτῶν ἐξ αἱμάτων〉 περὶ τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν δι᾽ αὐτῶν πεπιστευκότων φησίν, καὶ τῶν ὑπὲρ τῆς εὐσεβείας μαρτυρησάντων· τούτων γὰρ τὰς συναγωγὰς οὐ μὴ συναγάγω ἐξ αἱμάτων. Ἐν τούτοις γὰρ ἀθληταὶ καὶ δόκιμοι καὶ τῆς ἀληθείας ἀπεδείχθησαν μάρτυρες. 〈Οὐδ᾽ οὐ μὴ μνησθῶ τῶν ὀνομάτων αὐτῶν διὰ χειλέων μου.〉 Ἀρκεῖ γὰρ αὐτοῖς ὅτι τὰ ὀνόματα αὐτῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Ἐπεὶ οὖν χείλη καὶ στόμα Χριστοῦ οἱ προφῆται καὶ εὐαγγελισταὶ καὶ ἀπόστολοι, οὐκ ἐπετράπησαν δὲ πολλῶν ἁγίων γράψαι ἢ φανερῶσαι ὀνόματα οὐδὲ μνησθῆναι, ἵνα μὴ ἀκηδιάσωσιν οἱ τὰς γραφὰς ἀναγινώσκοντες. Εἰ γὰρ νῦν ὀλίγων ὀνόματα ἀποναρκῶμεν πολλάκις ἀναγινώσκοντες, τίς ἂν ὑπέμεινεν ἀναγνῶναι τοσαῦτα ὀνόματα. Οὕτω ποῦ ὁ Παῦλος, μνημονεύων ἁγίων συνεργῶν, ἕνα ὀνομάσας, τοὺς ἄλλους παρεσιώπησεν, εἰπὼν περὶ δύο ἁγίων γυναικῶν Εὐοδίας καὶ Συντύχης· 〈Ναὶ ἐρωτῶ καὶ σέ, σύζυγε, συλλαμβάνου αὐταῖς, αἵτινες ἐν τῷ εὐαγγελίῳ συνήθλησάν μοι μετὰ καὶ Κλήμεντος καὶ τῶν λοιπῶν συνεργῶν μου, ὧν τὰ ὀνόματα ἐν βίβλῳ ζωῆς.〉 Καὶ ἕνα ὀνομάσας, τῶν ἄλλων οὐκ εἶπεν τὰ ὀνόματα, ἵνα μὴ ἀποκάμωσιν οἱ τὴν ἐπιστολὴν ἀναγινώσκοντες.
Μετάφραση
〈Το «Δεν θα συνάξω τις συνάξεις τους από αίματα»〉 αναφέρεται στους αποστόλους και σε εκείνους που πίστεψαν μέσω αυτών, καθώς και σε αυτούς που μαρτύρησαν υπέρ της ευσέβειας· διότι αυτών τις συνάξεις δεν θα τις συνάξω από αίματα. Διότι σε αυτά αποδείχθηκαν αθλητές και δόκιμοι και μάρτυρες της αληθείας. 〈«Ούτε πρόκειται να μνημονεύσω τα ονόματά τους μέσω των χειλέων μου.»〉 Διότι αρκεί σε αυτούς το ότι τα ονόματά τους γράφτηκαν στους ουρανούς. Επειδή λοιπόν χείλη και στόμα του Χριστού είναι οι προφήτες και οι ευαγγελιστές και οι απόστολοι, δεν τους επιτράπηκε να γράψουν ή να φανερώσουν τα ονόματα πολλών αγίων ούτε να τα μνημονεύσουν, προκειμένου να μην κουραστούν όσοι διαβάζουν τις Γραφές. Διότι αν τώρα διαβάζοντας τα ονόματα λίγων συχνά αποναρκωνόμαστε, ποιος θα υπέμενε να διαβάσει τόσα πολλά ονόματα; Έτσι κάπου και ο Παύλος, μνημονεύοντας αγίους συνεργούς, αφού ονόμασε έναν, τους άλλους τους αποσιώπησε, λέγοντας για δύο άγιες γυναίκες, την Ευοδία και την Συντύχη: 〈«Ναι, παρακαλώ και σένα, γνήσιε σύντροφε, να τις βοηθάς, οι οποίες συναγωνίστηκαν μαζί μου στο ευαγγέλιο μαζί με τον Κλήμεντα και τους υπόλοιπους συνεργούς μου, των οποίων τα ονόματα είναι γραμμένα στη βίβλο της ζωής.»〉 Και αφού ονόμασε έναν, δεν είπε τα ονόματα των άλλων, για να μην αποκάμουν εκείνοι που διαβάζουν την επιστολή.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες