Ἀδελφέ, εἰσί τινες πτωχοί, οὓς ὁ Κύριος ἐμακάρισεν, ἐπειδὴ ἀπέβαλον ὅλα τὰ κτήματα αὑτῶν, τοῦτ’ ἔστιν ὅλα τὰ πάθη, καὶ ἐγύμνωσαν ἑαυτοὺς ἀπ’ αὑτῶν διὰ τὸ ὄνομα αὐτοῦ. Οὗτοι ἀληθινοί εἰσι πτωχοὶ καὶ ἔχουσι τὸν μακαρισμόν. Καί εἰσιν ἄλλοι πτωχοί, μηδὲν ἀγαθὸν κεκτημένοι, οἷς ἠπείλησε λέγων· «Ἀπέλθατε ἀπ’ ἐμοῦ, οἱ κατηραμένοι.» Ὁ ἔχων οὖν τοιαῦτα κτήματα καὶ εἰς ταῦτα βαρούμενος, ἀποβάλλει αὐτὰ καὶ ἀμεριμνεῖ. Ὥστε οὖν εἰ θέλεις βαλεῖν ἀρχὴν τοῦ μετανοῆσαι, μάθε τί ἐποίησεν ἡ πόρνη· Ἐν δάκρυσιν αὑτῆς ἔνιψε τοὺς πόδας τοῦ Δεσπότου. Ὁ κλαυθμὸς νίπτει τινὰ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ, κόπῳ δὲ ἔρχεταί τινι, διὰ πολλῆς ἀδολεσχίας καὶ ὑπομονῆς, καὶ τοῦ ἐνθυμεῖσθαι τὴν φοβερὰν κρίσιν καὶ τὴν αἰσχύνην τὴν αἰώνιον, καὶ τοῦ ἑαυτὸν ἀρνήσασθαι, ὡς εἶπεν ὁ Κύριος· «Ὁ θέλων γάρ φησι ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὑτοῦ καὶ ἀκολουθήτω μοι.» Τὸ δὲ ἀρνήσασθαι ἑαυτὸν καὶ τὸν σταυρὸν ἀρεῖν, τὸ κόψαι ἐν πᾶσι τὸ θέλημά ἐστι καὶ τὸ ἔχειν τὸ ἀψήφιστον. Καὶ ἐπειδὴ εἶπας ἀσθενὲς ἔχειν τὸ σῶμα καὶ μὴ δύνασθαι τίποτε ποιῆσαι, κατὰ τὴν δύναμίν σου ποίησον παρὰ μικρὸν τῆς τροφῆς τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ πόματος ὁμοίως. Καὶ γὰρ ὁ Θεὸς προσεδέξατο τὰ δύο τῆς χήρας λεπτὰ καὶ ἐχάρη περισσότερον πάντων. Τὸ ἀπαρρησίαστον ἄσκησον καὶ σῴζῃ. Φύλαξον τὰς πρώτας ἀποκρίσεις καὶ ταύτην «ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ.»
Μετάφραση
Αδελφέ, υπάρχουν κάποιοι φτωχοί, τους οποίους ο Κύριος μακάρισε, επειδή απέβαλαν όλα τους τα αποκτήματα, δηλαδή όλα τα πάθη, και απογύμνωσαν τον εαυτό τους από αυτά για το όνομά του. Αυτοί είναι οι αληθινοί φτωχοί και έχουν τον μακαρισμό. Και υπάρχουν άλλοι φτωχοί, που δεν έχουν αποκτήσει κανένα αγαθό, τους οποίους απείλησε λέγοντας: «Φύγετε από εμένα, οι καταραμένοι». Εκείνος, λοιπόν, που έχει τέτοια αποκτήματα και βαρύνεται με αυτά, τα αποβάλλει και μένει αμέριμνος. Ώστε λοιπόν, αν θέλεις να κάνεις αρχή μετανοίας, μάθε τι έκανε η πόρνη: Με τα δάκρυά της έπλυνε τα πόδια του Δεσπότη. Ο κλαυθμός ξεπλένει κάποιον από τις αμαρτίες του, έρχεται όμως σε αυτόν με κόπο, μέσα από πολλή προσευχή και υπομονή, και με το να θυμάται τη φοβερή κρίση και την αιώνια ντροπή, καθώς και με το να απαρνηθεί τον εαυτό του, όπως είπε ο Κύριος: «Διότι όποιος θέλει», λέει, «να έρθει πίσω μου, ας απαρνηθεί τον εαυτό του και ας σηκώσει τον σταυρό του και ας με ακολουθήσει». Το να απαρνηθεί κανείς τον εαυτό του και να σηκώσει τον σταυρό, σημαίνει το να κόψει το θέλημά του σε όλα και να μην υπολογίζει καθόλου τον εαυτό του. Και επειδή είπες ότι έχεις ασθενικό σώμα και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, πράξε ανάλογα με τη δύναμή σου, ελαττώνοντας λίγο την τροφή του άρτου και του ποτού παρομοίως. Διότι και ο Θεός δέχθηκε τα δύο λεπτά της χήρας και χάρηκε περισσότερο από όλα. Άσκησε την αποφυγή της παρρησίας και θα σωθείς. Φύλαξε τις πρώτες απαντήσεις και τούτη «ως κόρη οφθαλμού».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες