In Psalmum XVII, 1 Ἀστερ. 〈Εἰς τὸ τέλος.〉 Ποῖον; Τῆς τοῦ Σαοὺλ ἐν μαχαίρᾳ τελευτῆς καὶ τῆς τῶν συνεργῶν αὐτοῦ καταστροφῆς. Ἔφθασεν γὰρ ἐπ᾽ αὐτοὺς ἡ ὀργὴ εἰς τέλος. Ποῖον δὲ ἆρα; Τῆς τῶν ἐχθρῶν καταστροφῆς ἀποκρίνεται διὰ τῶν προκειμένων· 〈Ἐβρόντησεν ἐξ οὐρανοῦ ὁ κύριος, καὶ ὁ ὕψιστος ἔδωκεν φωνὴν αὐτοῦ, χάλαζαν καὶ ἄνθρακας πυρός· ἐξαπέστειλεν βέλη καὶ διεσκόρπισεν αὐτούς, καὶ ἀστραπὰς ἐπλήθυνεν καὶ συνετάραξεν αὐτούς. Συνεπόδισεν τοὺς ἐπανισταμένους ἐπ᾽ ἐμὲ ὑποκάτω μου ἕως ἐκέκραξαν, καὶ οὐκ ἦν ὁ σώζων, πρὸς κύριον, καὶ οὐκ εἰσήκουεν αὐτῶν.〉 Ἐπεὶ οὖν τοιαύτη ἡ τῶν ἐχθρῶν ἀπώλεια καὶ ἡ τελευτή, ἄξιον αὐτοὺς τέλος ἔφθασεν, ἢ καὶ εἰς τὸ τέλος τῶν πολέμων. Διὰ τί δὲ 〈τῷ παιδὶ κυρίου〉 καὶ οὐ τῷ προφήτῃ ἢ τῷ ψάλτῃ ἢ τῷ βασιλεῖ ἢ τῷ τῶν δαιμόνων φυγαδευτῇ; Ὅτι ἐκεῖνα ἦν τοῦ θεοῦ τὰ χαρίσματα· τὸ δὲ παῖδα γενέσθαι κυρίου μέγα αὐτῷ ἔφερεν καύχημα.
Μετάφραση
Εις τον Ψαλμόν ιζ', 1 Αστερίου. <Εις το τέλος.> Ποιο; Του θανάτου του Σαούλ δια μαχαίρας και της καταστροφής των συνεργών του. Διότι έφθασε σε αυτούς η οργή μέχρι τέλους. Και ποιο άραγε; Περί της καταστροφής των εχθρών απαντά δια των προκειμένων: <Εβρόντησε από τον ουρανό ο Κύριος, και ο Ύψιστος έδωσε τη φωνή του, χαλάζι και άνθρακες πυρός· εξαπέστειλε βέλη και τους διεσκόρπισε, και επλήθυνε τις αστραπές και τους συνετάραξε. Συνεπόδισε αυτούς που επαναστατούσαν εναντίον μου υποκάτω μου, μέχρι που έκραξαν, και δεν υπήρχε ποιος να τους σώσει, προς τον Κύριο, και δεν τους εισάκουσε.> Επειδή λοιπόν τέτοια ήταν η καταστροφή και το τέλος των εχθρών, τους βρήκε το τέλος που τους άξιζε, ή σημαίνει και το τέλος των πολέμων. Γιατί όμως λέγει <στον δούλο του Κυρίου> και όχι στον προφήτη ή στον ψαλμωδό ή στον βασιλιά ή σε αυτόν που φυγαδεύει τους δαίμονες; Διότι εκείνα ήταν χαρίσματα του Θεού· το να γίνει όμως κάποιος δούλος του Κυρίου του απέφερε μεγάλο καύχημα.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες