Ὅτι σὺ φωτιεῖς λύχνον μου, Κύριε. Τὸν νοῦν φησιν. Ὁ Θεός μου, φωτιεῖς τὸ σκότος μου. Τὴν ἄγνοιαν, φησὶ, τὴν ἐν ἐμοὶ διασκεδάσεις. Ὅτι ἐν σοὶ ῥυσθήσομαι ἀπὸ πειρατηρίου, καὶ ἐν τῷ Θεῷ μου ὑπερβήσομαι τεῖχος. Ὅτι περιέλαβόν με οἱ ἐχθροί μου, φησὶν, εἰς τὸ ἀποκλεῖσαι. [Πειρατήριον δὲ καὶ λέγει τὰς ἡδονὰς, καὶ τεῖχος τὸν διάβολον.] Ὁ Θεός μου ἄμωμος ἡ ὁδὸς αὐτοῦ. Ἐνταῦθα, φησὶ, τὴν ἀγνωμοσύνην καὶ τὴν κακίαν καὶ τὴν ἀπειθῆ γνώμην καὶ τὴν σκληρότητα τῶν ἀγνωμόνων καὶ ἀχαρίστων καὶ σκληροκαρδίων Ἰουδαίων καταμέμφεται.
Μετάφραση
Διότι εσύ θα φωτίσεις τον λύχνο μου, Κύριε. Εννοεί τον νου. Ο Θεός μου, θα φωτίσεις το σκοτάδι μου. Θα διασκορπίσεις, λέει, την άγνοια που υπάρχει μέσα μου. Διότι με τη βοήθειά σου θα λυτρωθώ από το πειρατήριο, και με τη δύναμη του Θεού μου θα υπερβώ το τείχος. Διότι, λέει, με περικύκλωσαν οι εχθροί μου, για να με αποκλείσουν. [Ονομάζει δε πειρατήριο τις ηδονές, και τείχος τον διάβολο.] Ο Θεός μου, η οδός του είναι άμωμη. Εδώ, λέει, κατακρίνει την αγνωμοσύνη και την κακία και την απειθή διάθεση και τη σκληρότητα των αγνώμονων, αχάριστων και σκληρόκαρδων Ιουδαίων.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες