In Psalmum XIX, 2 Ἀστερ. 〈Ἐν ἡμέρᾳ θλίψεως〉 ἐπακοῦσαί σου, ὁ εἰπών· 〈Ἐπικάλεσαί με ἐν ἡμέρᾳ θλίψεως, καὶ ἐξελοῦμαί σε, καὶ δοξάσεις με.〉 Καὶ διὰ τί μὴ ἐν ἡμέρᾳ ἀμεριμνίας καὶ ἀνέσεως καὶ εἰρήνης καὶ ἀταράχου ζωῆς, ἀλλ᾽ 〈ἐν ἡμέρᾳ θλίψεως;〉 Ἐπειδὴ τότε μάλιστα οἱ ἄνθρωποι θερμοτέρας καὶ ταχείας βοηθείας χρῄζομεν. Ἐν γὰρ τῇ ἀνέσει πολλάκις οἱ πολλοὶ ἢ οὔτε ὅλως προσεύχονται ἢ ὡς δεῖ οὐ προσεύχονται, ῥεμβόμενοι τῇ διανοίᾳ. 〈Ἐπακοῦσαί σου〉 τοίνυν 〈ἐν ἡμέρᾳ θλίψεως,〉 ἵν᾽ εὐχαριστητικῶς εἴπῃς· 〈Ἐκ θλίψεως ἐπεκαλεσάμην τὸν κύριον, καὶ ἐπήκουσέν μου εἰς πλατυσμόν.〉 Ταύτην προσηύχοντο τὴν εὐχὴν τῷ Δαυὶδ οἱ προφῆται ὅτε ἤμελλεν τῷ Γολιὰθ μονομαχεῖν. Ἐπεὶ γὰρ 〈κατηράσατο ὁ ἀλλόφυλος τὸν Δαυὶδ ἐν τοῖς θεοῖς αὐτοῦ,〉 οἱ προφῆται ὑπὲρ τοῦ Δαυὶδ τῷ θεῷ προσηύξαντο, ἵνα μὴ εἷς τῶν θεῶν ἐκείνων νομισθῇ ὁ θεὸς ᾧ προσεύχονται, καὶ νικήσαντος τοῦ Δαυίδ, εἴπωσιν ὅτι εἷς τῶν θεῶν τῶν ἐθνῶν ἐβοήθησεν τῷ Δαυίδ.
Μετάφραση
Εις τον Ψαλμό 19, 2, του Αστερίου. «Σε ημέρα θλίψης» ας σε εισακούσει Εκείνος που είπε: «Επικαλέσου με σε ημέρα θλίψης, και θα σε γλιτώσω, και θα με δοξάσεις». Και γιατί όχι σε ημέρα αμεριμνησίας και ανέσεως και ειρήνης και ατάραχης ζωής, αλλά «σε ημέρα θλίψης»; Επειδή τότε προπάντων οι άνθρωποι χρειαζόμαστε θερμότερη και ταχύτερη βοήθεια. Διότι μέσα στην άνεση συχνά οι περισσότεροι είτε δεν προσεύχονται καθόλου είτε δεν προσεύχονται όπως πρέπει, καθώς ο νους τους περιπλανάται. «Ας σε εισακούσει» λοιπόν «σε ημέρα θλίψης», για να πεις με ευγνωμοσύνη: «Μέσα από τη θλίψη επικαλέστηκα τον Κύριο, και με εισάκουσε οδηγώντας με σε ευρυχωρία». Αυτήν την προσευχή ανέπεμπαν για τον Δαβίδ οι προφήτες, όταν επρόκειτο να μονομαχήσει με τον Γολιάθ. Επειδή δηλαδή «ο αλλόφυλος καταράστηκε τον Δαβίδ στο όνομα των θεών του», οι προφήτες προσευχήθηκαν στον Θεό υπέρ του Δαβίδ, ώστε ο Θεός στον οποίο προσεύχονται να μη θεωρηθεί ότι είναι ένας από εκείνους τους θεούς, και έτσι, αφού νικήσει ο Δαβίδ, πουν ότι ένας από τους θεούς των εθνών βοήθησε τον Δαβίδ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες