πάντες οἱ θεωροῦντές με ἐξεμυκτήρισάν με, ἐλάλησαν ἐν χείλεσιν, ἐκίνησαν κεφαλήν· ἤλπισεν ἐπὶ κύριον, ῥυσάσθω αὐτόν· σωσάτω αὐτόν, ὅτι θέλει αὐτόν, ὅτι σὺ εἶ ὁ ἐκσπάσας με ἐκ γαστρός, ἡ ἐλπίς μου ἀπὸ μαστῶν τῆς μητρός μου· ἐπὶ σὲ ἐπερρίφην ἐκ μήτρας. ἀπὸ γαστρὸς μητρός μου θεός μου εἶ σύ· μὴ ἀποστῇς ἀπ᾽ ἐμοῦ, ὅτι θλῖψις ἐγγύς, ὅτι οὐκ ἔστιν ὁ βοηθῶν. περιεκύκλωσάν με μόσχοι πολλοί, ταῦροι πίονες περιέσχον με· ἤνοιξαν ἐπ᾽ ἐμὲ τὸ στόμα αὐτῶν, ὡς λέων ἁρπάζων καὶ ὠρυόμενος. ὡσεὶ ὕδωρ ἐξεχύθη καὶ διεσκορπίσθη πάντα τὰ ὀστᾶ μου, ἐγενήθη ἡ καρδία μου ὡσεὶ κηρὸς τηκόμενος ἐν μέσῳ τῆς κοιλίας μου. ἐξηράνθη ὡς ὄστρακον ἡ ἰσχύς μου, καὶ ἡ γλῶσσά μου κεκόλληται τῷ λάρυγγί μου, καὶ εἰς χοῦν θανάτου κατήγαγές με. ὅτι ἐκύκλωσάν με κύνες πολλοί, συναγωγὴ πονηρευομένων περιέσχον με· ὤρυξαν χεῖράς μου καὶ πόδας μου. ἐξηρίθμησαν πάντα τὰ ὀστᾶ μου· αὐτοὶ δὲ κατενόησαν καὶ ἐπεῖδόν με. διεμερίσαντο τὰ ἱμάτιά μου ἑαυτοῖς, καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλῆρον. σὺ δέ, κύριε, μὴ μακρύνῃς τὴν βοήθειάν μου, εἰς τὴν ἀντίληψίν μου πρόσχες. ῥῦσαι ἀπὸ ῥομφαίας τὴν ψυχήν μου, καὶ ἐκ χειρὸς κυνὸς τὴν μονογενῆ μου· σῶσόν με ἐκ στόματος λέοντος, καὶ ἀπὸ κεράτων μονοκερώτων τὴν ταπείνωσίν μου. διηγήσομαι τὸ ὄνομά σου τοῖς ἀδελφοῖς μου, ἐν μέσῳ ἐκκλησίας ὑμνήσω σε.
Μετάφραση
Όλοι όσοι με βλέπουν με χλευάζουν, κινούν τα χείλη τους, κουνούν το κεφάλι: «Ήλπισε στον Κύριο, ας τον λυτρώσει· ας τον σώσει, αφού τον θέλει». Διότι εσύ είσαι εκείνος που με έβγαλε από την κοιλιά, η ελπίδα μου από τους μαστούς της μητέρας μου· σε σένα αφέθηκα από τη μήτρα. Από την κοιλιά της μητέρας μου εσύ είσαι ο Θεός μου· μην απομακρυνθείς από εμένα, διότι η θλίψη πλησιάζει, διότι δεν υπάρχει κανείς για να με βοηθήσει. Με περικύκλωσαν πολλοί μόσχοι, παχείς ταύροι με έζωσαν· άνοιξαν εναντίον μου το στόμα τους, σαν λιοντάρι που αρπάζει και βρυχάται. Σαν νερό χύθηκα και σκορπίστηκαν όλα μου τα οστά, η καρδιά μου έγινε σαν κερί που λιώνει μέσα στα σωθικά μου. Ξεράθηκε σαν κεραμίδι η δύναμή μου, και η γλώσσα μου κόλλησε στον λάρυγγά μου, και στο χώμα του θανάτου με κατέβασες. Διότι με περικύκλωσαν πολλά σκυλιά, συναγωγή κακοποιών με έζωσε· τρύπησαν τα χέρια και τα πόδια μου. Μέτρησαν όλα μου τα οστά· αυτοί δε με παρατήρησαν και με περιεργάστηκαν. Μοιράστηκαν τα ιμάτιά μου μεταξύ τους, και για τον ιματισμό μου έριξαν κλήρο. Εσύ όμως, Κύριε, μην απομακρύνεις τη βοήθειά σου, πρόστρεξε στην προστασία μου. Λύτρωσε από τη ρομφαία την ψυχή μου, και από το χέρι του σκύλου τη μοναδική μου ζωή· σώσε με από το στόμα του λιονταριού, και από τα κέρατα των μονοκέρων την ταπεινωμένη μου ύπαρξη. Θα διηγηθώ το όνομά σου στους αδελφούς μου, στο μέσο της εκκλησίας θα σε υμνήσω.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες