Τοῦ τοίνυν Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν ἀνελθόντος εἰς οὐρανοὺς ἡνίκα τὴν νεφέλην εἶχεν ὄχημα τῶν ἀποστόλων βλεπόντων, οὗτος ὁ ἀνὴρ ἀντελάβετο τῆς τοῦ εὐαγγελίου διδασκαλίας· καὶ πρὸ πάντων τῶν κοινωνῶν τῆς ἐπισκοπῆς ἀνοίξας τὸ στόμα τῶν λυσσώντων κατὰ τῆς εὐσεβείας κατεθάρσησε δήμων καὶ δημηγόρος ἀνεφάνη σοφὸς ἐν μέσῳ τῶν ἐθνῶν καὶ τοῦ Ἰσραήλ· ἀνθρώπων ἀκονώντων τοὺς ὀδόντας καὶ θυμοῦ πληρουμένων, εἴ τις τὸν Ἰησοῦν ὀνομάσειεν. Ὥστε τὸ εἰς τὸν Κύριον παρὰ τῆς προφητείας λεχθὲν ἁρμόζειν πάνυ καὶ Πέτρῳ, τὸ Περιεκύκλωσάν με κύνες πολλοί, ταῦροι πίονες περιέσχον με. Ἀλλ’ ὅμως ζέων τῷ Πνεύματι καὶ τὴν ἐντολὴν ἀνεπίληπτον σῴζων τὴν εἰποῦσαν αὐτῷ· Βόσκε τὰ ἀρνία μου, στὰς εἰς δῆμον σύμμικτον ἐκ μυρίων ἐθνῶν ἐβόα· Ἄνδρες Ἰουδαῖοι καὶ οἱ κατοικοῦντες Ἰερουσαλὴμ ἅπαντες. Καὶ ἵνα μὴ μακρολογῶμεν πᾶσαν τὴν ῥῆσιν συνείροντες, ἀπομέμνηται τῶν λογίων τοῦ Ἰωὴλ προφητευόντων τὴν τοῦ Πνεύματος ἐπιφοίτησιν· ἐκεῖθεν ἐπὶ τὸν Δαβὶδ μεταβαίνει καὶ τὸν πεντεκαιδέκατον ψαλμὸν παραθέμενος βεβαιοῖ τὴν ἀνάστησιν· καὶ τὸν πάντα λόγον συμπερανάμενος ἐν σοφίᾳ λόγων καὶ μαρτυρίᾳ τοῦ νόμου εὐθὺς τοὺς ἀκροατὰς ἐπηγάγετο, οὐ δέκα, οὐδὲ ἑκατόν, οὐδὲ τρὶς ἢ πεντάκις τοσούτους, ἀλλὰ τρεῖς χιλιάδας ἀνδρῶν, ἐκκλησίας πλήρωμα, δῆμον ὅλον ἱκανὸν καταπλῆξαι τοὺς δυσμενεῖς, ὧν ἀπερράγησαν ἀθρόον.
Μετάφραση
Όταν, λοιπόν, ο Θεός και Σωτήρας μας ανελήφθη στους ουρανούς, έχοντας ως όχημα τη νεφέλη ενώ οι απόστολοι έβλεπαν, αυτός ο άνδρας ανέλαβε τη διδασκαλία του ευαγγελίου. Και πριν από όλους τους κοινωνούς της επισκοπής, ανοίγοντας το στόμα του, αψήφησε με θάρρος τα πλήθη που λυσσομανούσαν κατά της ευσέβειας και αναδείχθηκε σοφός ρήτορας ανάμεσα στα έθνη και στον Ισραήλ, απέναντι σε ανθρώπους που έτριζαν τα δόντια τους και γέμιζαν με θυμό, αν κάποιος ανέφερε το όνομα του Ιησού. Έτσι ώστε εκείνο που ειπώθηκε για τον Κύριο από την προφητεία να ταιριάζει απόλυτα και στον Πέτρο: «Με περικύκλωσαν σκυλιά πολλά, ταύροι παχείς με περιέζωσαν». Αλλά παρ' όλα αυτά, ζέοντας από το Πνεύμα και διαφυλάσσοντας άμεμπτη την εντολή που του έλεγε «Βόσκε τα αρνία μου», στάθηκε μπροστά σε ένα σύμμικτο πλήθος από αναρίθμητα έθνη και φώναξε: «Άνδρες Ιουδαίοι και όλοι εσείς που κατοικείτε στην Ιερουσαλήμ». Και για να μη μακρηγορούμε παραθέτοντας όλη την ομιλία, υπενθυμίζει τα λόγια του Ιωήλ που προφήτευαν την επιφοίτηση του Πνεύματος. Από εκεί μεταβαίνει στον Δαβίδ και, παραθέτοντας τον δέκατο πέμπτο ψαλμό, βεβαιώνει την ανάσταση. Και αφού ολοκλήρωσε όλο του τον λόγο με σοφία λόγων και με μαρτυρία του νόμου, αμέσως προσέλκυσε τους ακροατές, όχι δέκα, ούτε εκατό, ούτε τρεις ή πέντε φορές τόσους, αλλά τρεις χιλιάδες άνδρες, ένα πλήρωμα εκκλησίας, ένα ολόκληρο πλήθος ικανό να καταπλήξει τους εχθρούς, από τους οποίους αποκόπηκαν μαζικά.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες