Μακεδ. Καὶ εἶχε ψυχὴν, ὅτε ὤφθη τῷ Ἡσαΐᾳ; Ὀρθ. Ὥσπερ οὐκ εἶχε χεῖρας καὶ πόδας σωματικοὺς, οὔτε μὴν ἱμάτια σωματικὰ πρὸ τῆς ἐνανθρωπήσεως, ὅτε ἔλεγεν, «Ὤρυξαν χεῖράς μου καὶ πόδας μου, καὶ ἐπὶ τὸν ἱματισμόν μου ἔβαλον κλήρους,» ἀλλὰ τὰ μέλλοντα γίνεσθαι ἔλεγεν· οὕτω καὶ περὶ ψυχῆς λέγων εἶπε· «Μισεῖ ἡ ψυχή μου.» Μακεδ. Δῶμεν, ὅτι ἡ φωνὴ τοῦ Υἱοῦ ἐστι· μὴ καὶ ὅτε ἔλεγεν, «Ἰδοὺ ὁ Παῖς μου ὁ ἀγαπητός μου, εἰς ὃν ηὐδόκησεν ἡ ψυχή μου· θήσω τὸ Πνεῦμά μου ἐπ᾽ αὐτὸν,» ὁ Υἱός ἐστιν ὁ λέγων; Ὀρθ. Οὐκ ἔστιν ὁ Υἱὸς ὁ λέγων, ἀλλ᾽ ὁμολογουμένως ὁ Πατήρ. Οὐ μὴν ὡς αὐτὸς ψυχὴν ἔχων ταῦτα λαλεῖ· ἀλλὰ πᾶσαν ψυχὴν ἁγίαν, ἑαυτοῦ ψυχὴν λέγει. Ἥτις οὖν ψυχὴ εἰς τὸν Υἱὸν ηὐδόκησε, αὕτη μου, φησὶν, ἔστιν ἡ ψυχή. Ὡς γὰρ ὁ δίκαιος ἄνθρωπος, τοῦ Θεοῦ λέγεται ἄνθρωπος· οὕτω καὶ ἡ δικαία ψυχὴ τοῦ Θεοῦ λέγεται καὶ ἔστι ψυχή. Μακεδ. Τί οὖν ἐστιν εὐδοκία; Ὀρθ.
Μετάφραση
Μακεδ. Και είχε ψυχή, όταν εμφανίστηκε στον Ησαΐα; Ορθ. Όπως ακριβώς δεν είχε σωματικά χέρια και πόδια, ούτε βέβαια σωματικά ενδύματα πριν από την ενανθρώπηση, όταν έλεγε: «Τρύπησαν τα χέρια μου και τα πόδια μου, και για τον ιματισμό μου έβαλαν κλήρο», αλλά έλεγε αυτά που επρόκειτο να γίνουν· έτσι και όταν μιλούσε για ψυχή είπε: «Μισεί η ψυχή μου». Μακεδ. Ας δεχτούμε ότι είναι η φωνή του Υιού· μήπως όμως και όταν έλεγε: «Ιδού ο Παίς μου ο αγαπητός μου, στον οποίο ευαρεστήθηκε η ψυχή μου· θα θέσω το Πνεύμα μου επάνω του», ο Υιός είναι αυτός που μιλάει; Ορθ. Δεν είναι ο Υιός αυτός που μιλάει, αλλά ομολογουμένως ο Πατέρας. Δεν τα λέει αυτά βέβαια επειδή ο ίδιος έχει ψυχή· αλλά κάθε άγια ψυχή την ονομάζει δική του ψυχή. Όποια ψυχή, λοιπόν, ευαρεστήθηκε στον Υιό, αυτή είναι, λέει, η δική μου ψυχή. Διότι, όπως ο δίκαιος άνθρωπος ονομάζεται άνθρωπος του Θεού, έτσι και η δίκαιη ψυχή ονομάζεται και είναι ψυχή του Θεού. Μακεδ. Τι είναι, λοιπόν, η ευδοκία; Ορθ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες