Καὶ πῶς οὐκ αἰδοῦνται Χριστιανῶν κήρυκες λέγοντες θεὸν τὸν Ἰησοῦν; Εἴρηται γάρ, ὅτι «Ὁ θεὸς πῦρ καταναλίσκον ἐστίν». Εἰπέ μοι, θεὸς πύρινος πεινᾷ; Θεὸς πύρινος διψᾷ; Θεὸς πύρινος πτύει; Θεὸς φλογερὸς δακρύει; Θεὸς πύρινος περιτέμνεται καὶ αἱμοῤῥοεῖ καὶ ἀποῤῥίπτει εἰς γῆν τὴν περιτόμιον σάρκα καὶ αἷμα καὶ κόπρον γαστρός; Ἅπερ ἅπαντα ἐκριφέντα ἀπὸ τοῦ Ἰησοῦ εἰς γῆν ὑπὸ κυνῶν ἔσθ’ ὅτε ἢ θηρῶν καὶ ὀρνίθων κατεβρώθη καὶ κατεπόθη, καὶ ὑπὸ κτηνῶν κατεπατήθη πάντα τὰ ἐκ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ ἐκκοπέντα καὶ ἐκριφέντα καὶ ἐκκριθέντα καὶ ἀποβληθέντα, εἴτε πτύελοι, εἴτε ὄνυχες, εἴτε τρίχες, εἴτε αἷμα, εἴτε ἱδρώς, εἴτε δάκρυον, ἅπερ ἅπαντα μοῖραί τινες καὶ μέρη εἰσὶ συνουσιωμένα τῇ οὐσίᾳ τοῦ σώματος, καὶ κατὰ πρόσβασιν καὶ αὔξησιν ἐκκοπτόμενα ἀποῤῥίπτονται. Λέγετε γάρ, ὅτι ὡμοιώθη ὁ Ἰησοῦς κατὰ πάντα τρόπον τοῖς ἀνθρώποις ἐν τῇ σαρκὶ αὐτοῦ χωρὶς ἁμαρτίας· διὸ καὶ θανόντα αὐτὸν τριήμερον κηρύττετε θεὸν ὄντα. Καὶ ποῖος θεός—«πῦρ καταναλίσκον»—δύναται ἀποθνῄσκειν, ὅπου γε οἱ δοῦλοι αὐτοῦ ἄγγελοι ἀποθνῄσκειν οὐ δύνανται, οὔτε μὴν τὰ πονηρὰ τῶν δαιμόνων πνεύματα, οὔτε πάλιν αἱ τῶν ἀνθρώπων ψυχαί; Ποῖος δέ, πάλιν λέγω, θεὸς ὁ ἐξουσίαν ζωῆς καὶ θανάτου ἔχων φεύγει, ὡς ἔφυγεν Ἰησοῦς ἀπὸ Ἡρῴδου, ἵνα μὴ νήπιος φονευθῇ; Ποῖος θεὸς πειράζεται ὑπὸ τοῦ διαβόλου ἐπὶ ἡμέρας τεσσαράκοντα; Ποῖος θεὸς γίνεται «κατάρα», καθὰ Παῦλος περὶ Ἰησοῦ φησι; Ποῖος δὲ θεὸς ἀναμάρτητος ποιεῖ ἁμαρτίαν; Δι’ ὑμᾶς γάρ, ὡς λέγετε, «ἁμαρτία» ὁ Ἰησοῦς γέγονεν. Εἰ δὲ θεός ἐστι, πῶς προσηύξατο, ἵνα παρέλθῃ αὐτὸν τὸ ποτήριον τοῦ θανάτου καὶ οὐκ εἰσηκούσθη; Εἰ θεός ἐστι, πῶς ὑπὸ θεοῦ ἐγκαταλειφθεὶς ἔλεγεν· «Ὁ θεός, ὁ θεός μου, ἵνα τί με ἐγκατέλιπες;» Θεὸς ὑπὸ θεοῦ ἐγκαταλιμπάνεται; Θεὸς θεοῦ δέεται λέγων· «Μὴ ἐγκαταλίπῃς τὴν ψυχήν μου εἰς ᾅδην;» Θεὸς δεσμεῖται καὶ κολαφίζεται καὶ ἐμπτύεται καὶ σφάζεται; Εἰ δὲ ἄρα θεὸς ἦν, ἐχρῆν αὐτὸν πατάξαι τοὺς συλλαβεῖν αὐτὸν θέλοντας, ὥσπερ ἐπὶ τοῦ Λὼτ ὁ ἄγγελος τοὺς Σοδομίτας ἐπάταξεν, ἀλλὰ τὸ ἀδύνατον τοῦ Ἰησοῦ ὀνομάζετε ὑμεῖς μακρόθυμον.»
Μετάφραση
Και πώς δεν ντρέπονται οι κήρυκες των Χριστιανών να λέγουν ότι ο Ιησούς είναι Θεός; Διότι έχει ειπωθεί ότι «ο Θεός είναι φωτιά που καταναλίσκει». Πες μου, λοιπόν: ο πύρινος Θεός πεινά; Ο πύρινος Θεός διψά; Ο πύρινος Θεός φτύνει; Ο φλογερός Θεός δακρύζει; Ο πύρινος Θεός περιτέμνεται και αιμορραγεί και ρίχνει στη γη τη σαρκική ακροβυστία, αίμα και τα περιττώματα της κοιλίας; Όλα αυτά, όταν αποβλήθηκαν από τον Ιησού στη γη, άλλοτε καταβροχθίστηκαν και καταπόθηκαν από σκυλιά ή θηρία και πουλιά, και όλα όσα κόπηκαν, πετάχτηκαν, εκκρίθηκαν και αποβλήθηκαν από τη σάρκα του πατήθηκαν από τα κτήνη, είτε σάλια ήταν, είτε νύχια, είτε τρίχες, είτε αίμα, είτε ιδρώτας, είτε δάκρυ· όλα αυτά είναι κάποια μερίδια και μέρη συμφυή με την ουσία του σώματος, που, με την προσθήκη και την αύξηση, κόβονται και απορρίπτονται. Διότι λέτε ότι ο Ιησούς ομοιώθηκε κατά πάντα με τους ανθρώπους στη σάρκα του, χωρίς αμαρτία· γι’ αυτό και, αφού πέθανε επί τρεις ημέρες, τον κηρύττετε ότι είναι Θεός. Και ποιος Θεός —«φωτιά που καταναλίσκει»— μπορεί να πεθαίνει, αφού ούτε οι δούλοι του, οι άγγελοι, μπορούν να πεθάνουν, ούτε βέβαια τα πονηρά πνεύματα των δαιμόνων, ούτε πάλι οι ψυχές των ανθρώπων; Ποιος Θεός, λέγω πάλι, που έχει εξουσία ζωής και θανάτου, φεύγει, όπως έφυγε ο Ιησούς από τον Ηρώδη, για να μη θανατωθεί ως νήπιο; Ποιος Θεός πειράζεται από τον διάβολο επί σαράντα ημέρες; Ποιος Θεός γίνεται «κατάρα», όπως λέγει ο Παύλος για τον Ιησού; Και ποιος αναμάρτητος Θεός γίνεται αμαρτία; Διότι για χάρη σας, όπως λέτε, «αμαρτία» έγινε ο Ιησούς. Και αν είναι Θεός, πώς προσευχήθηκε να παρέλθει απ’ αυτόν το ποτήριο του θανάτου, και δεν εισακούστηκε; Αν είναι Θεός, πώς, αφού εγκαταλείφθηκε από Θεό, έλεγε: «Ο Θεός, ο Θεός μου, γιατί με εγκατέλειψες;» Θεός εγκαταλείπεται από Θεό; Θεός ικετεύει Θεό, λέγοντας: «Μη εγκαταλείψεις την ψυχή μου στον άδη»; Θεός δένεται και ραπίζεται και εμπτύεται και σφάζεται; Και αν πράγματι ήταν Θεός, έπρεπε να πατάξει εκείνους που ήθελαν να τον συλλάβουν, όπως στην περίπτωση του Λωτ ο άγγελος πάταξε τους Σοδομίτες· εσείς όμως ονομάζετε την αδυναμία του Ιησού μακροθυμία.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- ιγʹ Συζήτησις περὶ τῶν χρήσεων τῶν πατέρων, ὧν προφέρουσιν ἡμῖν οἱ σευήρου κατὰ τῆς συνόδου Χαλκηδόνος, καὶ ἐπίλυσις αὐτῶν εὐσεβής