ἀλλὰ καὶ δεδεμένους ἡμᾶς ἐσχηκότες πάλιν περιεκάθηντο, ὠμοί τινες ὄντες καὶ ἄγριοι δεσπόται. ἀλλ᾽ ὁ κύριος καὶ σωτὴρ ἡμῶν Ἰησοῦς ὁ χριστὸς ἐπεδήμησε «κηρύξαι αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ τυφλοῖς ἀνάβλεψιν.» ἀμέλει ἀποστέλλει τοὺς μαθητὰς ἑαυτοῦ καὶ λύουσι τὸν πῶλον. εἶτα λύσας αὐτὸν καὶ φάτνην οἰκοδομεῖ αὐτῷ καὶ νομὴν αὐτῷ ἑτοιμάζει. τοῦτο γὰρ καὶ ὁ προφήτης βουλόμενος δεῖξαι φησί· «κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει. εἰς τόπον χλόης, ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν, ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με, τὴν ψυχήν μου ἐπέστρεψε.» καὶ πάλιν· «ὁ ἐξανατέλλων χόρτον τοῖς κτήνεσι καὶ χλόην τῇ δουλείᾳ τῶν ἀνθρώπων.» στραφέντες οὖν λοιπὸν εὐαισθητότεροι γενώμεθα καὶ ἀναγνωρίσωμεν ἑαυτῶν τὸν εὐεργέτην καὶ τὰ ὑπ᾽ αὐτοῦ δεδομένα ἡμῖν ἀγαθὰ προθύμως δεξώμεθα. οὕτω γὰρ εὐχαριστοῦντες δυνάμεθα λέγειν σὺν τῷ Δαυίδ· «ἡτοίμασας ἐνώπιόν μου τράπεζαν ἐξεναντίας τῶν θλιβόντων με.» τοιοῦτον γάρ ἐστι καὶ τό· «ἔγνω βοῦς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ.» καὶ τάχα διὰ τοῦτον τὸν πῶλον ὁ Ἰησοῦς ἐπὶ φάτνης ἀνακλίνεται. ἆρα γὰρ τόπον οὐκ εἶχεν ὁ Ἰωσήφ; ἀνὴρ εὐγενὴς ὑπάρχων, ἀνὴρ ἀπὸ γένους βασιλικοῦ καταγόμενος, υἱὸς Δαυὶδ χρηματίζων καὶ τόπον οὐκ εἶχεν εἰ μὴ τὸ κατάλυμα, ἄλλος οὐχ ὑπῆρχε τόπος; ἢ δηλονότι πράγματα θεῖα ἦν τὰ οἰκονομούμενα.
Μετάφραση
Αλλά και ενώ μας κρατούσαν δεμένους, πάλι κάθονταν ολόγυρά μας, όντας κάποιοι ωμοί και άγριοι δεσπότες. Αλλά ο Κύριος και Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός επεδήμησε για «να κηρύξει στους αιχμαλώτους απελευθέρωση και στους τυφλούς ανάβλεψη». Μάλιστα, αποστέλλει τους μαθητές του και λύνουν το πουλάρι. Έπειτα, αφού το έλυσε, του κατασκευάζει φάτνη και του ετοιμάζει βοσκή. Διότι αυτό ακριβώς θέλοντας να δείξει και ο προφήτης λέει: «Ο Κύριος με ποιμαίνει και τίποτα δεν θα μου λείψει. Σε τόπο χλοερό, εκεί με εγκατέστησε, σε νερό αναπαύσεως με ανέθρεψε, την ψυχή μου επανέφερε». Και πάλι: «Αυτός που αναβλαστάνει χόρτο για τα κτήνη και χλόη για την υπηρεσία των ανθρώπων». Ας στραφούμε λοιπόν, ας γίνουμε πιο ευαίσθητοι πνευματικά, ας αναγνωρίσουμε τον ευεργέτη μας και ας δεχθούμε πρόθυμα τα αγαθά που μας έχουν δοθεί από αυτόν. Διότι έτσι, ευχαριστώντας, μπορούμε να πούμε μαζί με τον Δαβίδ: «Ετοίμασας μπροστά μου τράπεζα απέναντι σε εκείνους που με θλίβουν». Παρόμοιο άλλωστε είναι και το: «Το βόδι γνώρισε τον κτήτορά του και το γαϊδούρι τη φάτνη του κυρίου του». Και ίσως εξαιτίας αυτού του πουλαριού ο Ιησούς ανακλίνεται σε φάτνη. Άραγε δεν διέθετε κάποιον τόπο ο Ιωσήφ; Ένας άνδρας ευγενής, ένας άνδρας που καταγόταν από βασιλικό γένος, που ονομαζόταν υιός του Δαβίδ, δεν είχε κανέναν άλλο τόπο παρά μόνο το κατάλυμα, δεν υπήρχε άλλος τόπος; Ή, προφανώς, θεία ήταν τα όσα οικονομούνταν.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες