Μετὰ δὲ τὸν Σαοὺλ τρία ἔτη λιμὸς ἐγένετο, καὶ λιμὸς καὶ μάχαιρα ἐδήμευε τοὺς ἀθετήσαντας τὸν ὅρκον. Ἐπερωτᾷ ὁ Δαυὶδ τὸν θεὸν τὴν αἰτίαν τοῦ λιμοῦ. Ἀποκρίνεται αὐτῷ ταῦτα τὰ ῥήματα ὁ θεός· 〈Ἐπὶ Σαοὺλ καὶ ἐπὶ τὸν οἶκον αὐτοῦ ἡ ἀδικία διὰ τὸ θανάτῳ θανατῶσαι αὐτὸν τοὺς Γαβαωνίτας,〉 οἷς ὤμοσαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ μὴ θανατῶσαι αὐτούς. Εἶτα καλεῖ τοὺς Γαβαωνίτας ὁ Δαυὶδ κατὰ θεοῦ κέλευσιν καὶ ἐκδότους αὐτοῖς ἔδωκε τοὺς ἐγγόνους τοῦ Σαοὺλ καὶ ἀπέκρυψε τοὺς τοῦ Ἰωνάθαν υἱούς, ἐπειδὴ ὤμοσεν αὐτῷ ζῶντι ὥστε μὴ ἐξολοθρεῦσαι αὐτοῦ τὸ σπέρμα μετὰ θάνατον. 〈Καὶ οὐκ ὤμοσεν ἐπὶ δόλῳ τῷ πλησίον αὐτοῦ,〉 τοῦτο λογισάμενος· εἰ τέκνα ἀθετήσαντα πατέρων ὅρκους ὑπὸ θεοῦ ἐξεδόθησαν τῇ ἀπωλείᾳ, τί ἂν ὑπομείνω ἐγὼ τολμήσας ἐπιορκῆσαι; Εἰ οὖν μετὰ ἑξακόσια ἔτη ὁ θεὸς ἐδικαίωσε καὶ ἐξεδίκησε τὸν ὅρκον, καὶ ἄλλων ὀμοσάντων ἄλλοι ἀνατρέψαντες ἐτιμωρήθησαν, τί ἂν ὑπομείνωμεν οἱ ὀμνύοντες καὶ ἐπιορκοῦντες; 〈Ὁ ὀμνύων τῷ πλησίον αὐτοῦ καὶ οὐκ ἀθετῶν· τὸ ἀργύριον αὐτοῦ οὐκ ἔδωκεν ἐπὶ τόκῳ.〉 Καὶ τοῦτο ἐποίησεν ὁ Δαυίδ, οὐ τοκίζων τὸ ἀργύριον, ἀλλ᾽ ἐξ ἑαυτοῦ τὸν ναὸν τοῦ θεοῦ κτίζων. Αὐτὸς γὰρ ἔδωκε τὰ χρήματα τῆς οἰκοδομῆς τοῦ ναοῦ τῷ Σολομῶντι. 〈Καὶ δῶρα ἐπ᾽ ἀθῴοις οὐκ ἔλαβεν.〉 Καὶ τοῦτο ὁ Δαυὶδ ἐποίησεν.
Μετάφραση
Μετά τον Σαούλ, επί τρία χρόνια υπήρξε λιμός, και ο λιμός και η μάχαιρα κατέστρεφαν αυτούς που αθέτησαν τον όρκο. Ο Δαβίδ ρωτά τον Θεό για την αιτία του λιμού. Ο Θεός του αποκρίνεται με αυτά τα λόγια: «Πάνω στον Σαούλ και στον οίκο του πέφτει η αδικία, επειδή αυτός θανάτωσε τους Γαβαωνίτες», στους οποίους οι γιοι του Ισραήλ είχαν ορκιστεί να μην τους θανατώσουν. Έπειτα, ο Δαβίδ καλεί τους Γαβαωνίτες σύμφωνα με την προσταγή του Θεού και τους παρέδωσε τους απογόνους του Σαούλ, αλλά έκρυψε τους γιους του Ιωνάθαν, επειδή του είχε ορκιστεί, όσο εκείνος ζούσε, να μην εξολοθρεύσει το σπέρμα του μετά τον θάνατό του. «Και δεν ορκίστηκε με δόλο στον πλησίον του», σκεπτόμενος το εξής: αν τα τέκνα που αθέτησαν τους όρκους των πατέρων τους παραδόθηκαν από τον Θεό στην απώλεια, τι θα υποστώ εγώ, αν τολμήσω να επιορκήσω; Αν λοιπόν μετά από εξακόσια χρόνια ο Θεός δικαίωσε και εκδικήθηκε για τον όρκο, και, ενώ άλλοι είχαν ορκιστεί, άλλοι που τον ανέτρεψαν τιμωρήθηκαν, τι θα υποστούμε εμείς που ορκιζόμαστε και επιορκούμε; «Αυτός που ορκίζεται στον πλησίον του και δεν αθετεί τον όρκο του· το αργύριό του δεν το έδωσε με τόκο». Και αυτό το έπραξε ο Δαβίδ, μη τοκίζοντας το αργύριο, αλλά χτίζοντας από δικά του έξοδα τον ναό του Θεού. Διότι αυτός έδωσε τα χρήματα για την οικοδόμηση του ναού στον Σολομώντα. «Και δώρα εις βάρος αθώων δεν έλαβε». Και αυτό το έπραξε ο Δαβίδ.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες