Τίς ἐστιν ἄνθρωπος ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον; νομοθετήσει αὐτῷ ἐν ὁδῷ, ᾗ ᾑρετίσατο. Ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐν ἀγαθοῖς αὐλισθήσεται, καὶ τὸ σπέρμα αὐτοῦ κληρονομήσει γῆν. Ἀκουέτω, φησὶ, πᾶς ὁ φοβούμενος τὸν Κύριον, μίαν τε ὁδὸν ἣν ἂν ἕλοιτο διαπορευόμενος, τί αὐτὸν περιμένει. Νῦν μὲν κακοπαθήσει, οἷα εἰκὸς, ἐγγυμναζόμενος τοῖς τῆς θεοσεβείας ἄθλοις· ἔσται δὲ καιρὸς ὁπηνίκα ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἐν ἀγαθοῖς αὐλισθήσεται· ποίοις δὲ ἀγαθοῖς ἢ περὶ ὧν εἴρηται· Ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε, καὶ τὰ ἑξῆς;
Μετάφραση
Ποιος είναι ο άνθρωπος που φοβάται τον Κύριο; Θα τον καθοδηγήσει στον δρόμο που εξέλεξε. Η ψυχή του θα αναπαυθεί μέσα σε αγαθά, και οι απόγονοί του θα κληρονομήσουν τη γη. Ας ακούσει, λέει, καθένας που φοβάται τον Κύριο και διαβαίνει τον έναν δρόμο που επέλεξε, τι τον περιμένει. Τώρα μεν θα κακοπαθήσει, όπως είναι φυσικό, ασκούμενος στους άθλους της θεοσέβειας· θα έλθει όμως ο καιρός κατά τον οποίο η ψυχή του θα αναπαυθεί ανάμεσα σε αγαθά. Και σε ποια αγαθά παρά σε εκείνα για τα οποία έχει ειπωθεί: «Αυτά που μάτι δεν είδε», και τα εξής;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες