Ἢ γὰρ εἰς ἑαυτοὺς δρῶμέν τι τῶν ἀγαθῶν, ἡδονὰς ἀποκείροντες τὰς ἐκτόπους καὶ μεμωμημένας, νεκροῦντες τὰ μέλη τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, καθιστάντες τὸν νοῦν εἰς πραότητα τὴν ἐν πνεύματι, πτωχείαν ἐπιτηδεύοντες, καθαρὰν καὶ ἀθόλωτον, καθόσον οἷόν τε, τὴν διάνοιαν ἔχοντες, ἤγουν τὰ εἰς ἀδελφοὺς ἀγαθὰ πληροῦντες σπουδάσματα, τοῖς ἑλομένοις λυπεῖν καὶ ἀφιλοστόργως προσκεκρουκόσιν, ἀκακίαν δωρούμενοι, τοῖς κάμνουσιν ἐπαμύνοντες, παρακαλοῦντες λελυπημένους, πεπλανημένους ἐξ ἀμαθίας εἰς τὸ εὐθὲς μετατρέποντες, χειραγωγοῦντες ἐπὶ τὸ ἄμεινον, ἐπαρκοῦντες δεομένοις, καὶ τὰ ἐφ᾽ οἷς ἂν ἥδοιτο Θεὸς, ἀποπεραίνειν εὖ μάλα διεσπουδακότες. Ἆρ᾽ οὐ διφυής ἐστί πως τῆς δικαιοσύνης ὁ τρόπος, εἴς τε ἡμᾶς αὐτοὺς, καὶ μέν τοι καὶ εἰς ἑτέρους κατορθούμενος; ΠΑΛΛ. Ἔοικε. ΚΥΡ. Ὁπλῇ δὴ οὖν ἐσχισμένῃ, ἤτοι ποδὸς διχηλίᾳ, παρεικάζει πως ἀεὶ τὸν τοιοῦτον ὁ νόμος. Ποῦς γὰρ ἀεὶ, πορείας μὲν ἡμῖν τῆς κατ᾽ ἐνέργειαν πρακτικῆς σύμβολον ἂν εἴη καὶ τύπος· καὶ δή φαμεν, ὀρθῷ διάττειν ποδὶ, τοὺς ἀμωμήτως ἰέναι πρὸς τὸ τελοῦν εἰς ὄνησιν εὖ μάλα προθυμουμένους. Ἀναμέλπει δέ που καὶ ὁ Δαβίδ· «Ὁ γὰρ ποῦς μου ἔστη ἐν εὐθύτητι,» τοῦτ᾽ ἔστιν, ἐν δικαιοσύνῃ πεπόρευμαι καὶ εὐθύτητι· μεμίσηκα δὲ τὸ διεστραμμένον. Περὶ δέ γε τῶν φιλαμαρτημόνων· «Ὀξεῖς οἱ πόδες αὐτῶν ἐκχέαι αἷμα, σύντριμμα δὲ καὶ ταλαιπωρία ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν.»
Μετάφραση
Διότι, είτε πράττουμε κάτι από τα αγαθά προς τον εαυτό μας, αποκόπτοντας τις άτοπες και επιλήψιμες ηδονές, νεκρώνοντας τα μέλη μας τα επί της γης, καθιστώντας τον νου μας σε πνευματική πραότητα, ασκώντας την πτωχεία, διατηρώντας, όσο είναι δυνατόν, τη διάνοια καθαρή και αθόλωτη· είτε εκπληρώνοντας τα αγαθά έργα προς τους αδελφούς μας, δωρίζοντας ανεξικακία σε εκείνους που επέλεξαν να μας λυπήσουν και μας συμπεριφέρθηκαν άστοργα, βοηθώντας τους εμπερίστατους, παρηγορώντας τους λυπημένους, επαναφέροντας στον ευθύ δρόμο όσους έχουν πλανηθεί από αμάθεια, καθοδηγώντας τους προς το καλύτερο, παρέχοντας τα αναγκαία σε όσους έχουν ανάγκη, και έχοντας καταβάλει κάθε σπουδή στο να φέρουμε εις πέρας εκείνα με τα οποία θα ευαρεστείτο ο Θεός. Άραγε δεν είναι, κατά κάποιο τρόπο, διττός ο τρόπος της δικαιοσύνης, εφόσον κατορθώνεται τόσο ως προς τον εαυτό μας όσο και ως προς τους άλλους; ΠΑΛΛ. Έτσι φαίνεται. ΚΥΡ. Επομένως, σε σχισμένη οπλή, δηλαδή σε δίχηλο πόδι, παρομοιάζει πάντοτε κατά κάποιο τρόπο ο νόμος έναν τέτοιον άνθρωπο. Διότι το πόδι θα αποτελούσε για εμάς πάντοτε σύμβολο και τύπο της έμπρακτης πορείας· και μάλιστα λέμε ότι βαδίζουν με ορθό πόδι εκείνοι που προθυμοποιούνται πάρα πολύ να πορεύονται άμεμπτα προς ό,τι αποβαίνει σε ωφέλεια. Αναμέλπει δε κάπου και ο Δαβίδ: «Διότι το πόδι μου στάθηκε σε ευθύτητα», δηλαδή, πορεύτηκα με δικαιοσύνη και ευθύτητα· και μίσησα το διεστραμμένο. Και σχετικά με όσους αγαπούν την αμαρτία λέει: «Γρήγορα είναι τα πόδια τους στο να χύσουν αίμα, σύντριμμα και ταλαιπωρία υπάρχει στις οδούς τους».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες