Ἕκαστος μὲν οὖν τὸν ἕτερον ἐν τοῖς ἰδίοις πλεονεκτεῖ κακοῖς, κοινὸς δὲ σπῖλός ἐστιν αὐτοῖς, ὅτι τὴν αἵρεσίν εἰσι χριστομάχοι καὶ οὐκέτι Χριστιανοί, ἀλλὰ μᾶλλον Ἀρειανοὶ καλοῦνται. Ἰδοὺ ταῦτα διαβάλλειν αὐτοὺς ἔδει· ἀλλότρια γὰρ τῆς ἐν Χριστῷ πίστεώς ἐστιν. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν δι’ ἑαυτοὺς κρύπτουσιν, οὐδὲν δὲ θαυμαστὸν εἰ τοιοῦτοι ὄντες τῷ φρονήματι καὶ τοιούτοις συμπλεκόμενοι κακοῖς, τοὺς μὴ συντρέχοντας αὐτῶν τῇ ἀσεβεστάτῃ αἱρέσει διώκοντες ζητοῦσι. Καὶ ἀναιροῦντες μὲν χαίρουσι, μὴ τυγχάνοντες δὲ ὧν εὔχονται, λυποῦνται καὶ νομίζουσιν ἀδικεῖσθαι, ὅταν, καθὰ προεῖπον, βλέπωσι ζῶντας οὓς ἀποθνήσκειν βούλονται. Εἴη δὲ τούτους οὕτως ἀδικεῖσθαι, ὥστε αὐτοὺς μὲν ἀσθενεῖν ἐν ταῖς ἀδικίαις αὐτῶν, τοὺς δὲ διωκομένους παρ’ αὐτῶν εὐχαριστεῖν τῷ Κυρίῳ καὶ λέγειν τὰ ἐν τῷ εἰκοστῷ ἕκτῳ ψαλμῷ· «Κύριος φωτισμός μου καὶ σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι; Κύριος ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς μου, ἀπὸ τίνος δειλιάσω; Ἐν τῷ ἐγγίζειν ἐπ’ ἐμὲ κακοῦντας τοῦ φαγεῖν τὰς σάρκας μου, οἱ θλίβοντές με καὶ οἱ ἐχθροί μου αὐτοὶ ἠσθένησαν καὶ ἔπεσον»· καὶ πάλιν ἐν τῷ τριακοστῷ ψαλμῷ· «ἔσωσας ἐκ τῶν ἀναγκῶν τὴν ψυχήν μου, καὶ οὐ συνέκλεισάς με εἰς χεῖρας ἐχθρῶν· ἔστησας ἐν εὐρυχώρῳ τοὺς πόδας μου».
Μετάφραση
Ο καθένας τους, λοιπόν, ξεπερνά τον άλλον στις δικές του κακίες, αλλά κοινό τους στίγμα είναι το ότι εξαιτίας της αιρέσεώς τους είναι χριστομάχοι και δεν ονομάζονται πλέον Χριστιανοί, αλλά μάλλον Αρειανοί. Ιδού, για αυτά τα πράγματα έπρεπε να κατηγορούνται· διότι είναι ξένα προς την εν Χριστώ πίστη. Αλλά αυτά τα αποκρύπτουν για τον εαυτό τους, και δεν είναι καθόλου παράξενο αν, έχοντας τέτοιο φρόνημα και όντας μπλεγμένοι σε τέτοιες κακίες, καταδιώκουν και αναζητούν αυτούς που δεν συμπράττουν με την ασεβέστατη αίρεσή τους. Και όταν μεν τους εξοντώνουν χαίρονται, όταν όμως δεν πετυχαίνουν όσα εύχονται, λυπούνται και νομίζουν ότι αδικούνται, όταν, όπως προείπα, βλέπουν να ζουν εκείνοι που επιθυμούν να πεθάνουν. Είθε να αδικούνται με αυτόν τον τρόπο, ώστε οι ίδιοι μεν να εξασθενούν μέσα στις αδικίες τους, και όσοι καταδιώκονται από αυτούς να ευχαριστούν τον Κύριο και να επαναλαμβάνουν τα λόγια του εικοστού έκτου ψαλμού: «Ο Κύριος είναι το φως μου και ο σωτήρας μου· ποιον θα φοβηθώ; Ο Κύριος είναι ο υπερασπιστής της ζωής μου· από ποιον θα δειλιάσω; Όταν πλησίασαν εναντίον μου οι κακοποιοί για να καταφάγουν τις σάρκες μου, οι διώκτες μου και οι εχθροί μου, αυτοί εξασθένησαν και έπεσαν»· και πάλι στον τριακοστό ψαλμό: «Έσωσες την ψυχή μου από τις θλίψεις, και δεν με παρέδωσες στα χέρια των εχθρών· έστησες τα πόδια μου σε ευρύχωρο τόπο».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες