Εἰ δὲ πονηρὸν ἦν τὸ ἔμφυτον τῆς ψυχῆς θέλημα, πῶς φησιν ὁ Δαυῒδ ὅτι Ἐκ θελήματός μου ἐξομολογήσομαι τῷ θεῷ; Πῶς γὰρ ἂν ὅλως καὶ δυνήσεται ἡ ψυχὴ θελῆσαί τι τῶν θείων, εἰ μὴ ἔχει θέλησιν λογιστικήν; Ἢ πῶς νοήσει τι τῶν κρειττόνων καὶ νοερῶν ἢ ἐνεργήσει, μὴ ἔχουσα ἐνέργειαν νοεράν; Δι’ ὧν δύο ἰδιοτήτων ἐξεικονίζει σαφῶς ἐν ἑαυτῇ τὸ κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν θεοῦ.
Μετάφραση
Αν όμως το έμφυτο θέλημα της ψυχής ήταν πονηρό, πώς λέγει ο Δαβίδ: «Με τη θέλησή μου θα εξομολογηθώ στον Θεό»; Πώς δηλαδή θα μπορέσει γενικά η ψυχή να θελήσει κάτι από τα θεία, αν δεν έχει λογική θέληση; Ή πώς θα νοήσει ή θα ενεργήσει κάτι από τα ανώτερα και νοητά, αν δεν έχει νοερή ενέργεια; Με αυτές τις δύο ιδιότητες αποτυπώνει φανερά μέσα στον εαυτό της το «κατ’ εικόνα» και το «καθ’ ομοίωσιν» του Θεού.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες
- Κεφάλαιο
- {Τοῦ αὐτοῦ ἀκολούθως λόγος γʹ.}