Ἤκουσε Κύριος, καὶ ἠλέησέ με· Κύριος ἐγενήθη βοηθός μου. Μετὰ τὸ διηγήσασθαι τίνα ἦν ἃ πρὸς τὸν Θεὸν ἐκέκραξεν, εὐθὺς αἰσθόμενος τῆς ἀντιλήψεως τοῦ Θεοῦ, παρορμῶν ἡμᾶς πρὸς τὴν τῶν ὁμοίων αἴτησιν, Ἤκουσε, φησὶ, Κύριος, καὶ ἠλέησέ με· Κύριος ἐγενήθη βοηθός μου. Εὐχώμεθα οὖν καὶ ἡμεῖς, καὶ κράζωμεν τὴν πνευματικὴν βοὴν, αἰτούμενοι τὰ μεγάλα, μὴ ἀντιποιούμενοι τῆς σαρκὸς (Οἱ γὰρ ἐν σαρκὶ ὄντες, Θεῷ ἀρέσαι οὐ δύνανται), ἵνα καὶ ἡμῶν ἐπακούσῃ ὁ Κύριος, ἐλεήσας ἡμῶν τὸ ἀσθενὲς, καὶ τῆς θείας βοηθείας ἀπολαύσαντες καὶ ἡμεῖς εἵπωμεν· Ἔστρεψας τὸν κοπετόν μου εἰς χαρὰν ἐμοί. Οὐ τῇ τυχούσῃ ψυχῇ ἡ ἀπὸ Θεοῦ χαρὰ ἐγγίνεται, ἀλλ᾽ εἴ τις πολλὰ τὴν ἁμαρτίαν τὴν ἑαυτοῦ ἀπεκλαύσατο, ἰσχυροῖς ὀδυρμοῖς καὶ θρήνοις διηνεκέσιν, ὡς ἐπὶ τεθνεῶτι ἑαυτῷ κοπετὸν ἐποιήσατο, τοῦ τοιούτου ὁ κοπετὸς εἰς χαρὰν στρέφεται.
Μετάφραση
Άκουσε ο Κύριος και με ελέησε· ο Κύριος έγινε βοηθός μου. Αφού διηγήθηκε ποια ήταν αυτά για τα οποία έκκραξε προς τον Θεό, αισθανόμενος αμέσως την αντίληψη του Θεού και παρακινώντας εμάς στο να ζητάμε τα ίδια, λέει: Άκουσε ο Κύριος, λέει, και με ελέησε· ο Κύριος έγινε βοηθός μου. Ας προσευχόμαστε, λοιπόν, και εμείς και ας υψώνουμε την πνευματική κραυγή, ζητώντας τα μεγάλα, χωρίς να προσκολλόμαστε στη σάρκα (διότι όσοι ζουν σαρκικά δεν μπορούν να αρέσουν στον Θεό), για να εισακούσει και εμάς ο Κύριος, ελεώντας την αδυναμία μας, ώστε, αφού απολαύσουμε και εμείς τη θεία βοήθεια, να πούμε: Μετέτρεψες τον κοπετό μου σε χαρά για εμένα. Η χαρά του Θεού δεν γεννιέται στην τυχούσα ψυχή, αλλά εάν κάποιος έκλαψε πολύ για την αμαρτία του, και με ισχυρούς οδυρμούς και αδιάκοπους θρήνους έκανε κοπετό για τον εαυτό του σαν να ήταν νεκρός, ενός τέτοιου ανθρώπου ο κοπετός μετατρέπεται σε χαρά.
Περισσότερα
Λεπτομέρειες