Πρὸς σὲ, Κύριε, κεκράξομαι ... Τίς ὠφέλεια ἐν τῷ αἵματί μου, ἐν τῷ καταβαίνειν με εἰς διαφθοράν; Δέομαι, φησὶν, ἀναχθῆναι ἐκ τοῦ λάκκου, ἐπειδὴ οὐκ ἐξομολογεῖταί σοι χοῦς. Ἐν δὲ τῷ καταβῆναί με εἰς διαφθορὰν οὔτε μία τις ὠφέλεια οὔτε ἐμοὶ, οὔτε ἑτέροις. Ἐγώ τε γὰρ ἀπεστερούμην τῆς παρὰ σοῦ ζωῆς· ἄλλοι δὲ οὐδαμῶς ἐτύγχανον τῆς παρ᾽ ἐμοῦ σωτηρίας. Ἐν δὲ τῷ εἰσακοῦσαί σε τῆς φωνῆς, καὶ μεταβαλεῖν τὸν κοπετὸν εἰς χαρὰν, καὶ περιζῶσαί με εὐφροσύνην, οὐχ ἡ τυχοῦσά μοι γενήσεται ὠφέλεια. Ἀπολαβὼν γὰρ τὴν προτέραν ἐμαυτοῦ δόξαν, δι᾽ αὐτῆς σοι λαλῶ, οὐ μετά τινος φαύλης συνειδήσεως· τοῦτο γὰρ δηλοῖ τό· Οὐ μὴ κατανυγῶ.
Μετάφραση
Προς εσένα, Κύριε, θα κραυγάσω... Ποια ωφέλεια υπάρχει στο αίμα μου, στο να κατεβώ στη φθορά; Παρακαλώ, λέει, να ανασυρθώ από τον λάκκο, επειδή το χώμα δεν σε δοξολογεί. Στο να κατεβώ όμως στη φθορά δεν υπάρχει καμία απολύτως ωφέλεια, ούτε για εμένα ούτε για τους άλλους. Διότι εγώ μεν θα στερούμουν τη ζωή που προέρχεται από εσένα, οι άλλοι δε με κανέναν τρόπο δεν θα απολάμβαναν τη σωτηρία που προέρχεται από εμένα. Με το να εισακούσεις όμως τη φωνή μου, και να μεταβάλεις τον θρήνο σε χαρά, και να με περιζώσεις με ευφροσύνη, η ωφέλεια που θα προκύψει για μένα δεν θα είναι η τυχούσα. Διότι, αφού ανακτήσω την προηγούμενη δόξα μου, μέσω αυτής σου ομιλώ, χωρίς καμία φαύλη συνείδηση· διότι αυτό ακριβώς φανερώνει η φράση: «Δεν θα κατανυγώ».
Περισσότερα
Λεπτομέρειες