Εὐχώμεθα οὖν ἀεὶ ἐπιλάμπειν ἡμῖν τὸ πρόσωπον τοῦ Θεοῦ, ἵνα ἐν καταστήματι ὦμεν ἱεροπρεπεῖ, καὶ πρᾶοι, καὶ παντὶ τρόπῳ ἀτάραχοι ἐκ τῆς πρὸς τὰ καλὰ ἑτοιμότητος. Ἡτοιμάσθην γὰρ, φησὶ, καὶ οὐκ ἐταράχθην. Πρὸς σὲ, Κύριε, κεκράξομαι, καὶ πρὸς τὸν Θεόν μου δεηθήσομαι. Πολλάκις εἴρηται περὶ τοῦ κεκραγέναι πρὸς Κύριον, ὅτι μόνου τοῦ μεγάλα καὶ ἐπουράνια ἐπιθυμοῦντός ἐστι τὸ κράζειν. Εἰ δέ τις μικρὰ καὶ ἐπίγεια αἰτοίη τὸν Θεὸν, μικρᾷ καὶ ταπεινῇ κέχρηται τῇ φωνῇ, μὴ φθανούσῃ εἰς ὕψος, μηδὲ ἐρχομένῃ εἰς τὰς ἀκοὰς τοῦ Κυρίου. Τίς ὠφέλεια ἐν τῷ αἵματί μου, ἐν τῷ καταβαίνειν με εἰς διαφθοράν; Τί, φησὶν, ἐκέκραξα; καὶ περὶ τίνος ἐδεήθην πρὸς σὲ τὸν Κύριόν μου καὶ τὸν Θεόν μου; Τίς μοι χρεία, φησὶ, σαρκὸς εὐπαθείας καὶ αἵματος πλήθους, μέλλοντος ὅσον οὐδέπω παραδίδοσθαι τῇ κοινῇ διαλύσει τοῦ σώματος;
Μετάφραση
Ας ευχόμαστε, λοιπόν, να επιλάμπει πάντοτε σε εμάς το πρόσωπο του Θεού, ώστε να βρισκόμαστε σε ιεροπρεπή κατάσταση, και να είμαστε πράοι και με κάθε τρόπο ατάραχοι, εξαιτίας της ετοιμότητάς μας προς τα καλά. Διότι λέγει: «Ετοιμάστηκα και δεν ταράχθηκα». «Προς εσένα, Κύριε, θα κραυγάσω, και προς τον Θεό μου θα δεηθώ». Πολλές φορές έχει αναφερθεί σχετικά με την κραυγή προς τον Κύριο, ότι το να κράζει κανείς προσιδιάζει μόνο σε εκείνον που επιθυμεί τα μεγάλα και τα επουράνια. Εάν, όμως, κάποιος ζητά από τον Θεό μικρά και επίγεια πράγματα, χρησιμοποιεί μικρή και ταπεινή φωνή, η οποία δεν φθάνει στο ύψος, ούτε φθάνει στα αυτιά του Κυρίου. «Ποια ωφέλεια υπάρχει στο αίμα μου, όταν κατεβαίνω στη φθορά;» Τι, λέγει, κραύγασα; Και για ποιο πράγμα δεήθηκα προς εσένα, τον Κύριό μου και τον Θεό μου; Ποια ανάγκη έχω, λέγει, από την ευεξία της σάρκας και την αφθονία του αίματος, εφόσον πρόκειται οσονούπω να παραδοθώ στην κοινή διάλυση του σώματος;
Περισσότερα
Λεπτομέρειες