Σὺ δὲ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, δόξα μου. Ἐπειδὴ ἐλέχθη, ὡς ἐκ προσώπου Κυρίου ὁ ψαλμὸς ἀπαγγέλλεται, ῥητέον ὡς καὶ αὐτοῦ ὑψοῦται ἡ κεφαλὴ, ὁ Θεὸς οὖσα, ὅταν ἡ θεότης αὐτοῦ φανερὰ δι᾽ ἀποδείξεως τοῖς πιστοῖς γένηται. [Σὺ δὲ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ. Πρέπουσα τῇ πίστει τοῦ προφήτου φωνὴ, ἀσείστως φέροντος τηλικαύτας περιστάσεις, καὶ πεποιθότος μὴ ἐγκαταλειφθήσεσθαι· ἀλλὰ πρὸς τὸ βοηθῆναι καὶ ὑψωθήσεσθαι καὶ τὴν βασιλείαν ἀπολήψεσθαι· τοῦτο γὰρ εἶπόν τινες, ὑψῶν τὴν κεφαλήν. Δόξα τοίνυν τοῦ δικαίου ὁ Θεὸς, ᾧ πέποιθεν· ᾧ δὲ δόξα ὁ Θεὸς, οὗτος ὑψοῦται τὴν κεφαλήν.] Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα. Διδάσκει ὁ λόγος, ὡς ἐν ταῖς περιστάσεσι οὐκ ἄλλῳ ἢ Θεῷ μόνῳ προσιέναι δεῖ. [Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα. Προέταξε μὲν τὴν εὐχὴν, εἶτα μετὰ τὸ διάψαλμα τὴν εὐχαριστίαν, ἐπὶ τὸ τετυχηκέναι ὧν ᾔτησε. Νῦν μέντοι ἀποστρέφει τὸ πρόσωπον πρὸς ἡμᾶς, καὶ διηγεῖται πῶς εὐξάμενος ἐπηκούσθη, καί φησι· Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα. Καὶ φωνὴν μὲν ὑποληπτέον τὴν νοερὰν τῆς διανοίας πρὸς τὸν τῶν ὅλων Θεὸν ἱκεσίαν· οὐ γὰρ τὴν κραυγὴν λέγει, ἀλλὰ τὴν αὐδαίαν τῆς διανοίας εὐχήν.
Μετάφραση
«Εσύ όμως, Κύριε, είσαι ο αντιλήπτοράς μου, η δόξα μου». Επειδή λέχθηκε ότι ο ψαλμός απαγγέλλεται εκ προσώπου του Κυρίου, πρέπει να λεχθεί πως και του ιδίου υψώνεται η κεφαλή, η οποία είναι ο Θεός, όταν η θεότητά του καταστεί φανερή στους πιστούς δι' αποδείξεως. [«Εσύ όμως, Κύριε, είσαι ο αντιλήπτοράς μου». Η φωνή αυτή αρμόζει στην πίστη του προφήτη, ο οποίος υπομένει ακλόνητα τέτοιες δύσκολες περιστάσεις, και έχει την πεποίθηση ότι δεν θα εγκαταλειφθεί· αλλά ότι θα βοηθηθεί, θα υψωθεί και θα αναλάβει πάλι τη βασιλεία· διότι αυτό εννοούσαν κάποιοι με το «υψώνει την κεφαλή». Δόξα, λοιπόν, του δικαίου είναι ο Θεός, στον οποίο έχει στηρίξει την πεποίθησή του· και σε όποιον δόξα είναι ο Θεός, αυτού υψώνεται η κεφαλή.] «Με τη φωνή μου έκραξα προς τον Κύριο». Ο λόγος διδάσκει ότι στις δυσχέρειες δεν πρέπει να προσερχόμαστε σε κανέναν άλλον, παρά μόνο στον Θεό. [«Με τη φωνή μου έκραξα προς τον Κύριο». Έθεσε βέβαια πρώτα την προσευχή, και έπειτα, μετά το διάψαλμα, την ευχαριστία για το ότι επέτυχε αυτά που ζήτησε. Τώρα όμως στρέφει το πρόσωπο προς εμάς, και διηγείται πώς εισακούστηκε όταν προσευχήθηκε, λέγοντας: «Με τη φωνή μου έκραξα προς τον Κύριο». Και ως φωνή πρέπει να εκλάβουμε τη νοερή ικεσία της διανοίας προς τον Θεό των όλων· διότι δεν εννοεί την κραυγή, αλλά την αρθρωμένη προσευχή της διανοίας.]
Περισσότερα
Λεπτομέρειες